Ο Αύγουστος Κορτώ μιλάει στο revista.gr για τη “Ρένα”..

Η τελευταία φορά που τα είπαμε με τον Αύγουστο Κορτώ ήταν το 2013 στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή τη “Βιογραφία μιας Σκύλας“. Το πλήρωμα του χρόνου έφτασε για την έναρξη μιας ακόμα απολαυστικής κουβέντας με τον αγαπημένο συγγραφέα. Αφορμή στάθηκε η κυκλοφορία του νέου μυθιστορήματος του, “Ρένα“. Καλό καλοκαίρι με τη συντροφιά όμορφων αναγνωσμάτων.

 

Γράφει ο Νίκος Πασχούλης

 

Τι σε ώθησε ώστε να γράψεις τη “Ρένα”;

Η ιδέα της και μόνο, η σκέψη μιας γυναίκας μ’ αυτή τη ζωή κι αυτή την ιστορία, λειτούργησε σαν καταληψία – με το που συνήλθα απ’ τη σαστιμάρα μου, ήξερα πως δε θα ‘βρικα ησυχία αν δεν έδινα φωνή στη Ρένα. Ήταν σχεδόν σαν χρέος απέναντι σ’ ένα υπαρκτό πρόσωπο, τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη να γράψω αυτό το βιβλίο.

 

Πόσο καιρό έγραφες τη “Ρένα”; Αντιμετώπισες κάποια δυσκολία κατά τη συγγραφή;

Η πρώτη γραφή μου πήρε δυο βδομάδες περίπου, με δέκα-δώδεκα ώρες δουλειά τη μέρα – κι έπειτα ακολούθησαν οι μήνες της επιμέλειας, ο έλεγχος του όγκου των πραγματολογικών δεδομένων, η πιστότητα στην απόδοση ιστορικών γεγονότων και προσώπων, και πάνω απ’ όλα, η ίδια η μιλιά της Ρένας, οι λέξεις που θα άκουγες απ’ τα χείλη αυτής της γυναίκας. Και μια λάθος λέξη θα ήταν σαν προδοσία.

 

Στα έργα σου κάνει σταθερά αισθητή την παρουσία του το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Ισχύει κάτι ανάλογο και στη “Ρένα”;

Σαφώς και τη Ρένα συνθέτουν κομμάτια του εαυτού και της ιστορίας μου – οι εμμονές και οι αγάπες, συγκεκριμένα βιώματα αλλά κι η γενικότερη αντίληψη του κόσμου. Θα ήθελα να μοιάζω με τη Ρένα. Από κει κι έπειτα, παραδόθηκα πλήρως στην επινόηση, στις λεπτομέρειες της ζωής της, σε όλα αυτά που με είχαν μαγνητίσει εξαρχής.

 

Η μνήμη αποτελεί βασικό άξονα του μυθιστορήματος. Πόσο σημαντικό/αναγκαίο είναι να θυμόμαστε, ιδιαίτερα στο σήμερα όπου η μνήμη μοιάζει να ξεθωριάζει. Τι ακριβώς πρέπει να θυμόμαστε;

Νομίζω πως αν θυμόμαστε με αγάπη τα όσα ο νους μας συγκρατεί, είναι αρκετό – είτε είναι άνθρωποι, είτε τόποι, γεγονότα, ακόμα κι αντικείμενα. Μόνο έτσι καταλαβαίνω τη μνήμη: να μην αφήνεις κάτι ακριβό απ’ τα χέρια σου, να το σφίγγεις στο στήθος σου κι ας ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα θα σου το κλέψει (μαζί με τη ζωή) ο χρόνος.
Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει σε ταραγμένες πολιτικά εποχές της Ελλάδας. Πως επιβιώνει η Ρένα και κατορθώνει να συνεχίζει το ταξίδι της; Πως επιβιώνει η Ελλάδα;
Ταλαιπωρημένη σαν τη χώρα της είναι η Ρένα, παθημένη, αλλά επιμένει – όπως πολλοί συνάνθρωποί μας – στην καλοσύνη.

 

Ο κόσμος αγκάλιασε αμέσως το νέο σου πόνημα, όπως συμβαίνει κάθε φορά που κυκλοφορεί κάποιο βιβλίο σου. Τι συναισθήματα έχεις σαν συγγραφέας που αποτελεί πομπό και δέκτη αγάπης;

Η χαρά, η συγκίνηση κι η ευγνωμοσύνη είναι κάθε φορά το ίδιο τρομερές – ίσως επειδή ήμουν ήδη 35 χρονώ όταν έγραψα την Κατερίνα, κι απέκτησα για πρώτη φορά ένα τόσο μεγάλο κι αγαπησιάρικο κοινό, ακόμα μου φαίνεται σαν όνειρο.

 

Ο συγγραφέας είναι κι εκείνος ένας ιδιότυπος αναγνώστης. Πες μας 3 βιβλία που διάβασες τον τελευταίο καιρό και σε ενθουσίασαν.

Το Σενάριο γάμου του Ευγενίδη (τον οποίο λατρεύω έτσι κι αλλιώς), το Μίλησε, μνήμη του Ναμπόκοφ (άλλη πετριά), και τα Ναυτιλιακά Νέα της Άννι Πρου – ένα συνταρακτικό αριστούργημα.

 

Πες μας 3 σειρές που είδες τον τελευταίο χρόνο και σου έμειναν αξέχαστες.
Ήταν πολλές οι καθηλωτικές σειρές φέτος, οπότε δυσκολεύομαι να διαλέξω. Λάτρεψα το Feud, χάζεψα με το Stranger Things, και τώρα περιμένω σαν παλαβός να τελειώσει η τρίτη σεζόν του (συγκλονιστικού) The Leftovers.

 

Τι μπορούμε να κάνουμε για να φέρουμε το καλοκαίρι την “Κατερίνα” στο Ξυλόκαστρο;

Έχω περάσει τρία ονειρεμένα καλοκαίρια στο Ξυλόκαστρο, και θα ήταν τεράστια χαρά να ξανάρθω παρέα με το Κατερινάκι. Fingers crossed, αγορίνα.

 

______________

© revista.gr 2017

Leave a Comment