Η τελευταία φορά..

Εκείνη τη νύχτα τα είχε καταφέρει, θα τον συναντούσε με τον τρόπο που ήθελε, θα μπορούσε να καθίσει δίπλα του και να τον ακούσει να μιλάει με εκείνη τη φωνή που ονειρεύονταν από καιρό, από τότε που άκουγε τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο. Είχε πάρει την απόφαση να παραμερίσει το φόβο για το άγνωστο, εκείνο το βράδυ θα το θυμόταν για πάντα. Του έστειλε μήνυμα “το βράδυ στις 2 κάτω από το πευκάκι, στην ακρογυαλιά”. Εκείνος το σκέφτηκε αρκετά μα τελικά ενέδωσε. Εκείνη ένα όνειρο. Εκείνος στη μέση, με μια χούφτα πολέμους στην πλάτη του κι άλλες τόσες πληγές. Το ήξερε από την αρχή πως αυτή έμοιαζε με μεγάλη ιστορία, ότι δεν ήταν κάτι εφήμερο, και πως πιθανότατα θα έμπαινε τελικά σε έναν ακόμη πόλεμο η έκβαση του οποίου, αυτή τη φορά, δεν θα ήταν σίγουρη.

Κάθισαν μέχρι σχεδόν που ξημέρωνε κάτω στην παραλία, δίπλα – δίπλα και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων. Της έδειχνε τα αστέρια που έπεφταν και διάφορα τέτοια ρομαντικά, που εκείνη τη στιγμή του έβγαιναν αυθόρμητα, χωρίς καθόλου να τα σκεφθεί. Άρχισε κιόλας να του αρέσει, άρχισε κιόλας να αισθάνεται τα βέλη να του τρυπάνε το κορμί και το μυαλό. Ξαφνικά έσκυψε και τη φίλησε. Είχε φιλήσει αρκετές γυναίκες στη ζωή του μέχρι τότε, όμως του φάνηκε σα να φιλούσε για πρώτη φορά. Ο νους του δεν μπορούσε να συλλάβει την ομορφιά της στιγμής, σχεδόν πίστεψε πως επρόκειτο για ψέμα ή για μια ταινία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ήταν πρωταγωνιστής. Σε λίγο έπρεπε να φύγουν. Ανέβηκαν στη μηχανή του και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι της. Καθώς την αποχαιρετούσε με ένα ακόμη φιλί και μερικά χάδια εκείνη του είπε: “Μη με αφήσεις ποτέ πάλι να επιστρέψω μόνη στο σπίτι.” Τον καληνύχτισε και την είδε να χάνεται μετά από λίγο στο σκοτάδι που ήταν ακόμη διάχυτο.

Όταν επέστρεψε με τη σειρά του στο δικό του σπίτι και ξάπλωσε στο κρεβάτι, αδυνατούσε να ελέγξει την ευτυχία που ένιωθε και είναι σίγουρο, ότι κοιμήθηκε και ξύπνησε με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Αγνοούσε μόνο κάτι σημαντικό. Δεν θα την ξαναέβλεπε ποτέ πια. Από εκεί και ύστερα η ζωή του έγινε ένα μαρτύριο ανυπομονησίας και σκέψεων. Κανένα τηλέφωνο δεν αντιστοιχούσε στο δικό της. Κανένα μήνυμα δεν υπήρχε από την περασμένη βραδιά. Δεν την αντίκρυσε ποτέ πάλι, παρότι την έβλεπε συχνά να περνά δίπλα του, να χαμογελά, να ερωτεύεται, να δείχνει στενοχωρημένη ή άλλοτε ευτυχισμένη. Είχε δίκιο, δεν ήταν μια απλή ιστορία για εκείνον, ήταν κάτι μεγαλύτερο, κάτι πιο τρομακτικό για την ηρεμία που πάντα επεδίωκε. Συχνά σκέφτονταν πως όλα τα είχε φανταστεί και πως στην πραγματικότητα τίποτα δεν συνέβη. Απλά η φαντασία του..

Τα χρόνια πέρασαν και πολλές στιγμές έφυγαν μαζί τους. Εκείνη η νύχτα για εκείνον απέμεινε ένα όνειρο. Η ομορφότερη βραδιά που έζησε ανάμεσα σε άλλες όμορφες βραδιές. Το παράδειγμα που έψαχνε από μικρός για να μπορέσει κάποτε να εξηγήσει τι είναι έρωτας, θαύμα, παράδεισος και τι κόλαση. Τα κατάφερε..

Σύντομες ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί. Ή μπορεί και όχι.

Γράφει ο Στάθης Ν. “Chinaski”

Leave a Comment