Η ψεύτικη ζωή της social ζωής, οι «φίλοι», οι «έρωτες» και η κοινωνία στα χρόνια του δικτύου..

Τι μας έδειξε το πρόσφατο μπλακ άουτ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Επτά ώρες… Μεσαίωνας. Κάπως έτσι αντιμετωπίστηκε το μπλακ άουτ στις υπηρεσίες που προσφέρει ο Μαρκ Ζούκενμπεργκ μέσω Facebook, Whats Up, Instagram, Messenger.

Κι όποιος δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς αποκάλυψε αυτή τη «περιπέτεια» των social media, δεν έχει καταλάβει τη δύναμη που κρατά στα χέρια του αυτός ο άνθρωπος.

Περισσότεροι από 3 δις άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δεν είχαν πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία δεν είναι απλά τρόποι επικοινωνίας.

Για εκατομμύρια ανθρώπους είναι και μέσο βιοπορισμού, πωλούνται προϊόντα και υπηρεσίες, βγαίνουν εκατομμύρια δολάρια κάθε ώρα.

Επτά ώρες χρειάστηκαν για να καταλάβουμε πώς ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει παγκόσμιο πανικό. Να καταλάβουμε ότι σ’ αυτό το «παγκόσμιο τεχνολογικό χωριό» στο οποίο ζούμε, εξαρτόμαστε άμεσα από τις υπηρεσίες που μας προσφέρει «δωρεάν» ο Ζούκενμπεργκ και η ομάδα του.

Για όσους έχουν ουσιαστικά γεννηθεί ή μεγαλώσει με τα social media, είναι αδύνατον να καταλάβουν ότι υπήρχε και ένας άλλος κόσμος, μόλις 15 χρόνια πιο πριν.

Πώς να εξηγήσεις στον 20χρονο ή 25χρονο που ζει από την πρώτη στιγμή επικοινωνώντας μέσω facebook ή Whats Up ή ανεβάζοντας τη ζωή του στο Instagram;

Πώς να εξηγήσεις ότι αυτές οι 7 ώρες που έπεσε «μαύρο» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν ουσιαστικά η «κανονικότητα» πριν ελάχιστα χρόνια.

Αλλά ας δούμε τι έκαναν χθες επί 6-7 ώρες όλοι οι χρήστες των social media. Ας δούμε πώς θα ήταν η ζωή μας αν δεν υπήρχε αυτή η «φούσκα» που ονομάζουμε εικονικό κόσμο.

Σκεφτείτε σε όλο τον κόσμο τι έκαναν αυτό το χρονικό διάστημα.

Κάποιοι παράτησαν τα κινητά τηλέφωνα κι άρχισαν να επικοινωνούν δια ζώσης. Βρέθηκαν με τους φίλους τους, αφήνοντας κλειστά τα social media, άκουσαν τις φωνές τους, που πολλές φορές χάνονται πίσω από τα μηνύματα που στέλνονται. Αγκαλιάστηκαν, έκαναν πειράγματα, είδαν ενδεχομένως ο ένας τον άλλο μετά από καιρό.

Ένα ζευγάρι στο σπίτι, που καθημερινά ξεκουράζεται από τη δουλειά με το να κάθεται στον καναπέ και να στέλνει μηνύματα, να ανεβάζει stories, να «χαζεύει» τις ζωές των άλλων, αναγκαστικά άφησε στην άκρη τα κινητά.

Μίλησε, επικοινώνησε, αγκαλιάστηκε, τσακώθηκε, έκλαψε, έκανε έρωτα. Ενδεχομένως, το μπλακ άουτ να οδηγήσει σε… baby boom. Για σκεφτείτε το…

Αυτές τις ώρες της σιωπής κάποιοι ίσως να συνειδητοποίησαν ότι το life style που προωθείται μέσω των social media δεν είναι η πραγματική ζωή. Ότι οι φωτογραφίες που δείχνουν τους πάντες να είναι πανέμορφοι (όπως κάποιοι ορίζουν τους κανόνες της ομορφιάς) δεν είναι η πραγματικότητα.

Ότι όλοι αυτοί που πάντα περνάνε καλά μέσω Instagram είναι άνθρωποι με δουλειές, με προβλήματα, με καθημερινά προβλήματα, με στεναχώριες. Ο,τι δηλαδή πρέπει να έχουν οι άνθρωποι στην πραγματική ζωή κι όχι στο internet.

Οτι η επιδοκιμασία, η αποδοχή, η ένταξη σε μια ομάδα φίλων ή γνωστών δεν εξαρτάται μόνο από τα πόσα like παίρνεις ή πόσες καρδούλες σου στέλνουν. Γιατί τις πραγματικές καρδιές δεν μπορείς να τις αφήνεις στην άκρη.

Ενδεχομένως, οι νέοι να μην καταλαβαίνουν ότι η στεγνή, απρόσωπη, ατελής και πολλές φορές ατελέσφορη επικοινωνία μέσω social media να είναι τελικά ο «εγκλεισμός» τους σε κάτι που δεν είναι πραγματικό.

Πόσοι δεν είναι αυτοί που έχουν εθιστεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Εχετε ακούσει για το σύνδρομο FoMO (Fear Of Missing Out). Δηλαδή να αγχώνεσαι μη τυχόν και χάσεις ό,τι συμβαίνει στα social media;

Πόσοι είναι αυτοί που δεν αντέχουν ούτε λεπτό μακριά από το κινητό; Που χάνουν την ουσιαστική επικοινωνία με φωνή, με επαφή, με άγγιγμα, με αγκαλιά και με φιλί;

Που βολεύονται με τα διαδικτυακά ραντεβού και τις πολύωρες διαδικτυακές κουβέντες, αντί να πάρουν ένα τηλέφωνο, αντί να βρεθούν με αυτόν που θέλουν;

Εχετε ακούσει ακόμη και για το διαδικτυακό sex ή απλά τις σχέσεις από μακριά; Πόσο ανθρώπινη μπορεί να είναι η επαφή αυτή;

Και τι έχασαν αυτές τις 6-7 ώρες όλοι εκείνοι που προβάλλουν (πουλάνε η σωστή έκφραση) τον εαυτό μέσω της εικόνας;

Με απλά λόγια, το διαδίκτυο δεν έχει άγγιγμα, επαφή, μυρωδιές, φωνές. Εχει emoji’s που αντιπροσωπεύουν τα συναισθήματά μας.

Εχει λουλούδια σε εικόνες κι όχι πραγματικά, όμορφα λουλούδια που δίνεις σε κάποιον.

Εχει γέλια ή κλάματα ψεύτικα κι όχι πραγματικά, σαν κι αυτά που διαφοροποιούν τους ανθρώπους από τα ζώα ή τα… ρομπότ.

Εχει ηλιοβασιλέματα μόνο σε φωτογραφίες κι όχι να πιάνεις τον ήλιο με τα χέρια σου.

Αυτές οι 6-7 ώρες της μεγάλης κατάρρευσης είναι η συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ρομπότ, χωρίς πραγματικά συναισθήματα, ζώντας σε έναν ψεύτικο κόσμο.

«Αν θες μη μπαίνεις στα social media», σου λέει η άλλη πλευρά. Ναι, η αλήθεια αυτή είναι. Οποιος θέλει δεν γίνεται χρήστης των μέσων. Τότε βέβαια γίνεται… passé,

Όλα έχουν ένα μέτρο, όλα χρειάζονται και τίποτε δεν πρέπει να δαιμονοποιείται.

Σ’ αυτό που δεν πρέπει να υπάρχει όριο είναι στην ανθρώπινη επαφή. Αυτό δεν αντικαθίσταται με καμιά «φατσούλα», με κανένα λουλούδι, με κανένα απρόσωπο μήνυμα που λέει «χρόνια πολλά», «σε θέλω», «σε μισώ», «σε αγαπάω», «χωρίζουμε» ή «έλα να αγκαλιαστούμε».

Πηγή: https://www.straight.gr/

Μενέλαος Λουντέμης, βουρκωμένες μέρες..

1956. Ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης έχοντας ήδη περάσει οχτώ χρόνια στην εξορία για τις αριστερές του ιδέες, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί – με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας –  για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό». Η δίκη είναι πολύ σημαντική καθώς εκείνο που προσπαθεί να χειραγωγηθεί στη συγκεκριμένη δίκη είναι το πνεύμα.

Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ο Λουντέμης ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απάντησε:

«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».

Στη συνέχεια κατέθεσαν πολλοί μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Αξίζει να σταθούμε σε δύο περιπτώσεις, έναν μάρτυρα κατηγορίας, τον αστυνόμο της γενικής ασφάλειας Καραχάλιο και έναν υπεράσπισης, τον ποιητή Κώστα Βάρναλη.

Στην εξέταση του μάρτυρα Καραχάλιου, ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) πήρε απ’ το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το άνοιξε και άρχισε να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:

«Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
Ο διαλεχτός της άρνησης
Κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα
Νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας,
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,
Εγώ κι ο ανοιχτομάτης
Του μακρεμένου αγναντευτής
Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
Και με το καριοφύλλι μου
Και με το απελατίκι
Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
Γη χέρσα το χωράφι».

Εδώ ο Θεοτοκάτος σταμάτησε, στράφηκε προς το μάρτυρα και είπε:
«Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς».
Ο Καραχάλιος όμως σιωπούσε. Ύστερα από λίγο είπε:
«Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα».
«Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω», είπε ο Θεοτοκάτος.

«Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι,
Και, δυναμίτη, βρόντηξε
Και σιγοστάλαξε αίμα
Παρά σε πύργους άρχοντας
Και σε ναούς το ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών
Η πλάση με τα’ αγρίμια
Ξανάρχεται. Καλώς να’ ρθη.
Γκρεμίζω την ασχήμια…»

Σταμάτησε πάλι ο συνήγορος και ξαναρώτησε το μάρτυρα:
«Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;»
Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρώτησε:
«Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;»
«Γιατί, κύριε μάρτυς, σας ενδιαφέρει;»
«Ναι, με ενδιαφέρει».

«Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό».

«Μα ξέρετε, κύριε συνήγορε… Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου, σας παρακαλώ, τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη».

«Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του».

Εδώ επέμβηκε ο εισαγγελέας :

«Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;»

Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που είχε χάσει φαίνεται την υπομονή του, γύρισε προς τον εισαγγελέα και του είπε:

«Αφήστε, κύριε εισαγγελέα. Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός».

Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντας τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και είπε ουρλιάζοντας:

«Κύριε συνήγορε, δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ‘γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθίσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας…» είπε ο πρόεδρος και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.

«Κύριε πρόεδρε», είπε τότε ο Θεοτοκάτος, «ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα», συμπλήρωσε, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. «Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κλπ κλπ είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα ‘’Ο εκδικητής’’ που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που το ‘γραψε και που, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να δικαστεί για προδοσία, δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή, Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς, κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:  Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο ‘’Βουρκωμένες μέρες’’ και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται».

Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάστηκε, τα ‘χασε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτύπησε το κουδούνι αμήχανα και διέκοψε τη συνεδρίαση λέγοντας:

«Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα».

Η κατάθεση Βάρναλη

( Η συγκλονιστική κατάθεση του Κ. Βάρναλη την οποία αφηγείται ο ίδιος ο Λουντέμης στο βιβλίο του ”Ο Κονταρομάχος” ) Ανάμεσα στους υπερασπιστές του Λουντέμη ήταν κι ο Βάρναλης, ο οποίος δεν είχε καν την υπομονή να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μόλις πληροφορήθηκε για τη δίκη απ’ τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του και πήγε μόνος του. Δε λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτοριανών (που είχανε κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο) και μπήκε στην αίθουσα.

«Κωνσταντίνος Βάρναλης» φώναξε ο κλητήρας. Ο Βάρναλης τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
«Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του είπαν.
«Εμένα; Τότε τι ‘’Κωνσταντίνος’’ λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω».
«Περάστε κ. Βάρναλη», του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που ‘κανε τον διανοούμενο.
Ο Βάρναλης πλησίασε κάτω απ’ την έδρα με το χέρι στ’ αφτί. Ο Πρόεδρος ρώτησε:
«Πιο δυνατά!» φώναξε ο Βάρναλης.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: (Με έμφαση): «Ένοχος; Όχι! Για να ‘ναι ένοχος ένας συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις:

Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους;

Δεύτερο: Αν ο λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;

Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;

Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος».

[…] ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον ‘’Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό’’»…

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ε;»

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Ο συγγραφεύς – δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της – την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Καλά κάνει».

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ποιονών. Των χωροφυλάκων;»

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Βεβαίως».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο».

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Κύριε Βάρναλη…»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (διακόπτει): «Κύριε Βάρναλη, πιστεύετε πως ο κατηγορούμενος συμφωνεί με αυτό το είδος υπεράσπισης που του κάνετε;»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): «Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε ‘’λόγω αμφιβολιών’’! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!»

Η απολογία

Τέλος ο Λουντέμης κλήθηκε να απολογηθεί και να κάνει μια αναδρομή στη ζωή του. Ο συγγραφέας περιέγραψε μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν έφτασε να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο, ο πρόεδρος παρατήρησε:

«Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».

Και ο Λουντέμης απάντησε:

«Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια ο άνθρωπος για να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν θα τον γυρίσω πάλι πίσω, στα τέσσερα, εγώ!» 

Για την ιστορία ο Λουντέμης καταδικάστηκε σε απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του. Μετά τη δίκη αυτοεξορίστηκε στο Βουκουρέστι, ενώ η στρατιωτική δικτατορία του αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1976 και πέθανε το 1977.

Πηγή: foroline

Είχα πει θα φύγω..

Είχα πει θα φύγω εγώ, το ξέρω. Ουσιαστικά εγώ έφυγα δηλαδή χωρίς ωστόσο να γνωρίζω για που. Είχα αποφασίσει να μαζέψω μερικά κομμάτια, να συνθέσω ξανά κάτι και να φύγω. Η στασιμότητα λέει δεν κάνει καλό στην υγεία και σίγουρα είχα την ευκαιρία να το βιώσω. Δεν κάνει καλό. Ούτε να κλειδώνει κάπου το μυαλό, ούτε να περιμένεις το αύριο, ούτε να ελπίζεις ελπίδες που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ. Σε κάποια σημείωση του ο Χεμινγούει – που ξέχωρα από τα υπόλοιπα υπήρξε θαυμάσιος συγγραφέας και δεν το λέω εγώ αλλά εκείνοι που ξέρουν – έγραφε: “Μια ημέρα δεν είναι καλή πια όταν περιμένει το αύριο” ή τέλος πάντων κάπως έτσι. Έλα λοιπόν εσύ και βάλε το αυτό στο νου το δικό μου και το δικό σου. Εδώ ούτε ο ίδιος δεν τα κατάφερε και κατέληξε όπως είχε καταλήξει.

Κι έφυγα. Δεν πήρα τίποτα μαζί όμως λησμόνησα να αφήσω πίσω τη “φυλακή” μου. Την κουβαλούσα εντός. Έτσι λοιπόν μετά από λίγο, κατανόησα πικρά πως όπου κι αν πας, όπου και αν γυρίζεις, αν ξεχάσεις να αφήσεις πίσω σου την “φυλακή” ελεύθερος δεν θα’σαι.

Τώρα κάθομαι εδώ και προσπαθώ να μην περιμένω πάλι την αυριανή ημέρα να είναι καλή. Προσπαθώ να φτιάξω τη σημερινή. Προς το παρόν δεν έχω καταφέρει τίποτα. Αλλά αυτό είναι προς το παρόν. Ίσως σε λίγο.

Ίσως..

Ένα χαλασμένο μήλο..

Πήρα στα χέρια μου τις εξετάσεις και ακόμη ήταν πρωί. Είχα ξυπνήσει ναι, όμως ποτέ δεν είναι αρκετά ημέρα για τέτοια πράγματα και δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε πως το εννοώ. “Όλα τέλεια” μου λέει η μικροβιολόγος “ετούτη τη φορά”. “Έχεις καταφέρει να κρατήσεις μια καλή υγεία, αλλά, για πες μου, πότε κοίταξες τελευταία τον θυροειδή σου”; Ο θυροειδής είναι, από όσα έχω μάθει τα προηγούμενα χρόνια μέχρι σήμερα, ένας αδένας ιδιαιτέρως σημαντικός για τη λειτουργία του οργανισμού. Ένα “μηλαράκι” κάπου εκεί κοντά στη βάση του λαιμού, εσωτερικά, το οποίο ρυθμίζει βιολογικές μα και πολλές φορές ακόμη και συναισθηματικές ή νοητικές – ψυχολογικές εργασίες. Κάπου εδώ, με την ευκαιρία της -πέρασε απ’ έξω και δεν ακούμπησε – ιατρικής ανάλυσης που επιχειρήθηκε παραπάνω, να σημειώσω ότι το συγκεκριμένο όργανο το έχω αγαπήσει. Ναι, καλά διαβάσατε. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τη ποικιλία των όσων προσφέρει ή δεν προσφέρει, και ακόμη περισσότερο, χωρίς να θέλω να σας φανώ παράξενος, για την ιδιοτροπία του. Γιατί σου λέει πως όταν νιώθει ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά με το περιβάλλον, με το μυαλό σου, την τοξικότητά, το dna, με την κληρονομιά και την τύχη σου τη μαύρη, γυρνάει και επιτίθεται στον εαυτό του! Γυρνάει και επιτίθεται στον εαυτό του, με τέτοιο τρόπο και τόσο βίαιο που μερικές φορές, σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν υπάρχει άλλος εαυτός του για να επιτεθεί. Εδώ δηλαδή μιλάμε για το πλέον χρήσιμο μα παράλληλα αυτοκαταστροφικό όργανο του ανθρώπινου οργανισμού.

Έκλεισα το χαρτί, χαμογέλασα ευγενικά και αποχώρησα από το μικροβιολογικό εργαστήριο. Καρφωμένη στο μυαλό μου η έκφραση της ιατρού, αλλά και μια ανάμνηση ότι εσχάτως όλο πνίγομαι. Ακόμη και οι μπλούζες που φοράω με πνίγουν. “Έχω την αίσθηση ότι έχεις αναπτύξει όζους, καθότι όλες οι υπόλοιπες μετρήσεις πλην των αντισωμάτων είναι οκ”, “γι’ αυτό να το δεις άμεσα καθώς δεν ξέρουμε σε τι μπορεί να εξελιχθεί”. Μπήκα στο αυτοκίνητο και προχώρησα στη δουλειά μου. Σταμάτησα στο μαγαζάκι που αγοράζω καφέ όπως κάθε ημέρα, χωρίς πολλά λόγια αυτή τη φορά και κάπως σκεπτικός. Έπειτα όμως από λίγη ώρα και καθώς ταξίδευα, άρχισα να νιώθω πάλι εκείνη την αγάπη για το θυροειδή αδένα μου. Μα πως τα καταλαβαίνει όλα αυτό το σκοροφαγωμένο πια μηλαράκι; Πως γίνεται όταν δεν είμαι καλά ψυχολογικά, όταν για κάποιο διάστημα νιώθω θλίψη, απόγνωση και βασανιστικές σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου, εκείνο να επιτίθεται στον εαυτό του με τόση δύναμη; Τι θέλει να μου διδάξει; Κι αν δεν θέλει ή δεν έχει σκοπό να μου προσφέρει μάθηση, τι πιστεύει ότι θα καταφέρει τελικά με έναν τέτοιο πόλεμο εναντίον του;

Η θυρεοειδίτιδα Χασιμότο είναι πάθηση που ανήκει σε μια μεγάλη κατηγορία νοσημάτων που λέγονται αυτοάνοσα νοσήματα. Η χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα ή νόσος Χασιμότο αποτελεί την πιο συχνή μορφή μη ειδικής θυρεοειδίτιδας και την πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού και βρογχοκήλης. Προσβάλει εννέα φορές περισσότερο τις γυναίκες σε όλες τις ηλικίες με μεγαλύτερη όμως συχνότητα σε γυναίκες μέσης ηλικίας. Αρκετά συχνά υπάρχει οικογενής επίπτωση. (Πηγή: Βικιπαίδεια).

Τώρα, καθισμένος εδώ και αρκετά πιο ήρεμος από το πρωί, προσπαθώ να εντοπίσω το νόημα πίσω από το γραπτό που διαβάζετε. Ενδόμυχα επιθυμώ να βρω κάτι εξαιρετικά λογοτεχνικό και γουστόζικο για να κλείσω τη σύντομη ιστορία, που την ονόμασα κάπως βιαστικά, το ομολογώ, “ένα χαλασμένο μήλο”. Δεν βρήκα κάτι. Έτσι λοιπόν θα κλείσω κάπως κοινά, λέγοντας αρχικά πως όταν το σώμα πονάει μάλλον πρώτα φταίει το μυαλό. Αλλά αυτό το γνωρίζετε νομίζω ήδη. Κατά δεύτερο και κλείνω με αυτό, θα πω ότι ένας χαλασμένος κατά τα φαινόμενα και τις μετρήσεις θυροειδής, όσο επικίνδυνος κι αν μπορεί να εξελιχθεί, τόσο καλός δάσκαλος μπορεί να γίνει. Το γιατί θα το αφήσω να το σκεφθεί ο καθένας από το δικό του μετερίζι, από τη δική του σκοπιά και διάθεση. Κι επειδή δάσκαλοι δεν υπάρχουν πια, όπως έλεγε κάποτε ο μεγάλος Λιαντίνης, ας μην ψάχνουμε άσκοπα τριγύρω να τους βρούμε. Καλύτερα να παρατηρήσουμε με μεγαλύτερη προσοχή το σώμα μας, το περιβάλλον, τα πράγματα….

Οι απαντήσεις, η γνώση και όλα τα γιατί του κόσμου βρίσκονται σε αφθονία εκεί.

Σ.Ν. “Chinaski”

Υ.Γ.: Μπόνους ένα τραγουδάκι. Σήμερα φορέσαμε ζακέτα ή νομίζω;

Φθινοπωρινή νύχτα..

Είπα στη μάνα μου αν ήθελε να μου φτιάξει μια ομελέτα και κάθισα εκεί δίπλα από το γκάζι να ακούω τους ήχους. Ο μικρός έπαιζε με τη ζιζελ τη σκυλίτσα και όλο γελούσε μόνος του. Το φθινόπωρο, έστω και στην εποχή της “κλιματικής αλλαγής”, φαίνεται τώρα τα βράδια πως έχει αρχίσει να κάνει τη δουλειά του. Ψύχρανε στη γειτονιά και “βουίζει” μια ησυχία που σε τίποτα δεν θυμίζει το καλοκαίρι. Μα, μόλις πριν λίγο καιρό δεν ήταν που μέχρι εδώ άκουγες τις φωνές των παιδιών; Κι όμως δεν έχει περάσει καιρός. Είναι βράδυ μα ο γουαδεφρύγος το καναρίνι μου καθόλου δεν νοιάζεται. Ξαφνικά, άρχισε να κελαηδάει μια δική του, εντελώς δική του συμφωνία. Έχει σπουδαία φωνή και το ξέρει, γι ‘ αυτό επιδίδεται σε αυτά τα τσαλιμάκια. Έτσι λοιπόν, καθισμένος στη βεράντα του πατρικού σπιτιού, μακριά από τα φώτα της πόλης όπως πάντα, σκέφτομαι πως η ζωή είναι κάτι ανάμεσα στις φωνές του πιτσιρικά ανιψιού μου, του τραγουδιού από το καναρίνι, των γαβγισμάτων της Ζιζέλ, του ήχου που κάνει μια ομελέτα όταν ψήνεται στο γκάζι, και της φθινοπωρινής νύχτας. Ίσως κάπου εκεί ανάμεσα πάλι να βρίσκεται και η ευτυχία ή ένα νόημα στη ζωή, όμως ετούτη τη στιγμή, τ’ ομολογώ, ότι διόλου δεν το σκέφτηκα…

Σ. Ν. “Chinaski”

Η αγάπη σου είναι..

Η αγάπη σου είναι νύχτα χωρίς αστέρια

Η αγάπη σου είναι ένας πολύχρωμος παπαγάλος μακριά απ’ το μεγάλο κλουβί του

Η αγάπη σου είναι ένα τρακάρισμα με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω σε μια σαπουνόφουσκα

Η αγάπη σου είναι κεφτέδες ζυμωμένοι χωρίς κιμά και μυρωδικά

Η αγάπη σου είναι μπύρα χωρίς αλκοολ

είναι ένα ξύπνημα το χάραμα για τη δουλειά

ένα χαστούκι στα μούτρα ενώ έξω έχει 5 βαθμούς υπό το μηδέν

είναι ποδοσφαιρικός αγώνας χωρίς θεατές

κι ένα άχαρο τραγούδι του νέου κύματος

Η αγάπη σου είναι κάτι που δεν είναι

Η αγάπη σου σκοτώνει και συνθέτει

δυστυχία και αιώνια ερωτηματικά

Η αγάπη σου είναι αρρώστια που σαρώνει τον κόσμο

Η αγάπη σου ήταν ότι είχα

Τώρα δεν έχω τίποτα.

Σ. Ν. “Chinaski”

Μικρή περιπλάνηση και φως

Κρατώ τον εαυτό μου να μη γράψει. Βγάζω φωτογραφίες, πήγα διακοπές μετά από πολλά πολλά χρόνια, εννοώ διακοπές σχεδόν καλοκαιρινές κι ας είναι Σεπτέμβρης, ακούω μουσική, διαβάζω, κι έτσι κρατώ τον εαυτό μου μακριά από το πληκτρολόγιο. Γιατί; Γιατί πολύ απλά με ξέρω. Αν ξεκινήσω να γράφω θα γίνω πάλι δυσάρεστος, θα αραδιάζεται η αλήθεια με τις λέξεις και οι λέξεις μερικές φορές είναι βέλη που σκάνε και πληγώνουν βαθιά. Καλά, σε μερικές περιπτώσεις δεν πληγώνουν. Εξαρτάται από τον αναγνώστη δηλαδή.

Δεν θέλω λοιπόν πλέον να γράψω για εκείνα που έλεγα κάποτε. Πάνε τόσα χρόνια άλλωστε μου τα σημειώνουμε και άντε πάλι από την αρχή. Τι είναι αυτό που δεν αναπτύξαμε επαρκώς; Τι είναι εκείνο που να είναι άγνωστο ακόμη; Νομίζω πως τίποτα. Όλα ξεκάθαρα στα μάτια των ανθρώπων που έχουν την ικανότητα να βλέπουν. Όλα ξεκάθαρα στα μάτια των ανθρώπων που δεν τους τυφλώνει το φως. Κι έτσι πήγα μερικές διακοπές, με ησυχία, σε μέρη όχι πολυσύχναστα αλλά μαγικά.

Κι αν με ρωτάς τι μου έμεινε από αυτή μου την σύντομη περιπλάνηση, τότε θα σου πω μόνο πως η αλήθεια, σαν το φως, κάνει τους κύκλους της και είναι μια πολύτιμη και δύσκολη ερωμένη. Αυτό το είχε πει πρώτος με κάποια παραλλαγή ο Καμύ βέβαια, όμως θα συμπληρώσω, πως… δεν γίνεται παρά στο τέλος πάντα να λάμπουν. Η αλήθεια, το φως και οι σπουδαίες γυναίκες.

Σ.Ν. “Chinaski”

Το θέμα είναι τώρα τις λες..

Εδώ είμαστε λοιπόν! Το καλοκαίρι για ακόμη μια φορά έχει πάρει την άγουσα για τα αποδυτήρια κι εμείς είμαστε εδώ. Ακόμη. Οι εποχές να περνούν γύρω μας, πάνω από τα κεφάλια, να τις βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας και να τις νιώθουμε στο πετσί μας. Όμως είμαστε εδώ, ακόμη!

Ξέρεις, τελικά, το να βρίσκεσαι γενικώς έχει τη δική του χάρη. Δεν θα σου πω για εκείνα να ρομαντικά για τη ζωή και την ύπαρξη, γιατί είναι στιγμές που φαντάζουν εντελώς περιττά. Απλά, μερικές φορές, το να βρίσκεσαι, το να στέκεσαι σαν ένας παρατηρητής εικόνων ή ερεθισμάτων, είναι ωραίο πράγμα. Άλλοτε κοπιαστικό και άλλοτε ανάλαφρο. Αλλά ωραίο.

Το τι έχουμε περάσει για να φθάσουμε ως εδώ δεν έχει πια και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς η ιστορία σπαταλήθηκε όπως ο χρόνος κάποιων ανδρών που παίζουν ζάρια στις πίσω τουαλέτες ενός βρωμερού και άθλιου μπαρ. Έτσι λοιπόν δεν ωφελεί να μιλήσουμε για το παρελθόν, άφησε το εκείνο, τη δουλειά του την έκανε.

Τώρα τι κάνουμε; Αυτό είναι που έχει σημασία. Όπως έγραφε και ο Μανόλης κάποτε πολύ εύστοχα: “Το θέμα είναι τώρα τις λες; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες..”

Την καλημέρα μου και καλή εβδομάδα. Θα δούμε..

Τακτοποιημένος κόσμος..

Όλα καλά κι όλα ωραία που έλεγε κι εκείνο το παλιό τραγούδι. Πες μου όμως τι γίνεται με εκείνες τις ημέρες που στ’ αληθινά σιχαίνεσαι -κυριολεκτικά- τον κόσμο; Πες μου, σου έχει τύχει κι εσένα έτσι δεν είναι; Να σιχαίνεσαι του πάντες και τα πάντα, να λες ναι στη φαιδρότητα που σου προκαλούν, να το σκας. Υπάρχει εκεί έξω τόση τοξικότητα, σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια ένταση, που σου είναι εξαιρετικά δύσκολο να την αντιπαρέλθεις. Δεν πάει να είσαι και ο πιο δυνατός μασίστας, εκείνη σε γονατίζει. Καυτό σίδερο μερικές ημέρες η τοξικότητα που πηγάζει από ετούτο τον καλά τακτοποιημένο κόσμο.

Οι ημέρες έγιναν για να κυλούν και τα χρόνια για να σβήνονται. Βέβαια αν με ρωτήσεις απόψε θα σου πω ότι μου μοιάζει σαν να σβήνονται με γραμμές, στους τοίχους μιας φυλακής κάπου στον μεσαίωνα. Με κάρβουνο. Αν με ρωτούσες χθες θα σου έλεγα για μαγικά ταξίδια και πως η ζωή ξέρει και πως εγώ την εμπιστεύομαι, όπως έλεγε η ατάκα στα “φθηνά τσιγάρα”. Είπαμε όμως, χθες…

Κι όλα αυτά ίσως γιατί όσο ραγδαία κι αν αλλάζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, σε ένα κόσμο που συνεχίζει να γυρίζει όταν όλοι κυνηγάνε την ουρά τους, η μεγάλη αλήθεια της ζωής, ήταν, είναι και θα είναι, ότι οι καλύτεροι δεν πιστεύουν πια σε τίποτα και οι χειρότεροι είναι διψασμένοι για νίκες.

Μια στιγμή ή και παραπάνω..

Κάποτε έρχεται μια στιγμή ή μπορεί να είναι και παραπάνω στιγμές… γάμησε το. Πάμε από την αρχή.

Κάποτε, μια ημέρα ή μπορεί να είναι και πολλές ημέρες, έρχονται στιγμές που ενώ θα περίμενες να γράψω ότι αντιλαμβάνεσαι κάποια πράγματα, εγώ θα σημειώσω ότι συνεχίζεις να μην αντιλαμβάνεσαι πολλά από όσα συμβαίνουν σε εσένα εκεί έξω. Όταν γράφω σε εσένα, εννοώ σε εμένα.

Δεν αντιλαμβάνεσαι, γιατί αν ήσουν τυχερός και ανεξάρτητα από την ηλικία σου είχες καταφέρει να αντιληφθείς, θα είχες γλιτώσει από κάμποσο πόνο, από κάμποση τρέλα και μοναδικές τραυματικές στιγμές.

Διάβασα πρόσφατα ένα υπέροχο βιβλίο ενός διάσημου ψυχολόγου – συγγραφέα, με τίτλο: “Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος”. Ομολογώ ότι μερικά μόνο -ελάχιστα- πράγματα είναι τυχερά στη ζωή και πως θα ήθελα να έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο νωρίτερα.

Κεντρικό θέμα δεν είναι άλλο από την ανάληψη της ευθύνης. Σύντομη έκφραση που αναλύεται σε κάτι παραπάνω από 450 σελίδες. Ανάληψη της ευθύνης για τον εαυτό μας. Για τις πράξεις, τα λόγια, τη συμπεριφορά, τα θέλω, τις σχέσεις, την αγάπη, τους ανθρώπους… τις σχέσεις με τους ανθρώπους και με τον εαυτό μας.

Ε λοιπόν έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που φανερώνονται αλήθειες με διάφορους τρόπους. Μπορεί να γίνει διαβάζοντας ένα βιβλίο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Πάντως έρχεται κάποια στιγμή, αλήθεια. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη για εκείνη την στιγμή λοιπόν, αποδέχεσαι πως εσύ, συνετέλεσες, θέλησες, εσύ, να έρθει εκείνη η στιγμή.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο βαθύ και πιο δαιδαλώδες από τον ανθρώπινο νου. Είναι το όργανο στο οποίο οφείλονται όλα τα καλά και κακά αυτού του κόσμου. Είναι μια απίθανη παγίδα και ένα υπέροχο δώρο. Είμαστε 100% υπεύθυνοι σε ποια μεριά θα τοποθετήσουμε το δικό μας μυαλό. Είμαστε υπεύθυνοι σχεδόν για κάθε στιγμή μας. Είμαστε υπεύθυνοι και μπορούμε το καλύτερο και το χειρότερο. Όχι εσύ, αλλά εγώ. Όχι εσύ και εγώ, αλλά εμείς.

Είμαστε υπεύθυνοι για την εικόνα ετούτου του κόσμου με τον τρόπο που αποτυπώνεται στο πρόσωπό μας.

Είμαι υπεύθυνος..

ΥΓ.: Η καλύτερη συγνώμη είναι πάντα το μάθημα να το λαμβάνεις.

Του Σ.Ν. “Chinaski”