Οι στιγμές όταν φεύγουν..

Τι γίνεται άραγε με τις στιγμές όταν φεύγουν; Με όλα εκείνα τα συναισθήματα; Ο πόνος, η χαρά, το δάκρυ, το χαμόγελο, μια ωραία σκέψη, μια έξυπνη ατάκα, ένα παιχνίδισμα του ηλίου στη θάλασσα, η απόγνωση, το ψέμα, η αλήθεια; Τι γίνεται με τον χρόνο που περνάει; Αποθηκεύεται κάπου; Επιστρέφει σε εμάς και τα πράγματα με μια άλλη μορφή; Κι αν ναι, τότε γιατί ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να ξεχνάει ή να θυμάται έστω επιλεκτικά; Τι γίνεται με τις στιγμές που φεύγουν; Ακόμη δεν έμαθα τίποτα..

————————————————————

• Κάποιο πρωινό στη Συκιά.

Θέλω να φύγω πια..

Θέλω νὰ φύγω πιὰ ἀπὸ δῶ, θέλω νὰ φύγω πέρα,

σὲ κάποιο τόπο ἀγνώριστο καὶ νέο,

θέλω νὰ γίνω μία χρυσὴ σκόνη μὲς στὸν αἰθέρα,

ἁπλὸ στοιχεῖο, ἐλεύθερο, γενναῖο.

Σὰν ὄνειρο νὰ φαίνονται ἁπαλὸ καὶ νὰ μιλοῦνε ἕως τὴν ψυχὴ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου,

ὡραῖα νά ῾ναι τὰ πρόσωπα καὶ νὰ χαμογελοῦνε,

ὡραῖος ἀκόμη ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο ἐκεῖ μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει, θεέ μου, στὴ νύχτα,

στὴν ἀπόγνωση τῶν τόπων,

τὸ φοβερὸ στερέωμα, στὴν ὠρυγὴ τοῦ ἀνέμου,

στὰ βλέμματα, στὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων.

Νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε, τίποτε πιά, μὰ λίγη χαρὰ καὶ ἱκανοποίησις νὰ μένει,

κι ὅλοι νὰ λένε τάχα πὼς ἔχουν γιὰ πάντα φύγει,

ὅλοι πὼς εἶναι τάχα πεθαμένοι. …

Συλλογή: ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ …

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Ανασυνθέτοντας διαρκώς τον εαυτό μου..

Ανασυνθέτοντας διαρκώς τον εαυτό μου, τον κατέστρεψα. Από την πολλή σκέψη του εαυτού μου είμαι πια οι σκέψεις μου και όχι εγώ. Με βυθομέτρησα και άφησα να πέσει ο βυθομετρητής.

Ζω για να σκέφτομαι αν έχω βάθος ή όχι, χωρίς πια άλλο βυθομετρητή πέρα από το βλέμμα μου, που μου δείχνει, φωτεινό πάνω στο σκούρο φόντο του καθρέφτη του τεράστιου πηγαδιού, το πρόσωπό μου να με κοιτάζει ενώ το κοιτάζω.

——————

• Φερνάντο Πεσσόα ~ “Βιβλίο της ανησυχίας»

Ξεκινήσαμε νέοι..

Ξεκινήσαμε νέοι με μια τεράστια διάθεση να αλλάξουμε τον κόσμο. Πριν ακόμη τελειώσει το σχολείο καλά καλά, ήμασταν ήδη πολιτικοποιημένα πρόσωπα, ίσως και νωρίτερα, δεν θυμάμαι. Φαντάζομαι πόσοι ξεκίνησαν με την ίδια διάθεση να βγουν στη ζωή. Έλεγες μέσα σου «ρε γαμώτη, δεν μπορεί να είναι τα πράγματα έτσι, θα παλέψουμε να τα φέρουμε τούμπα». Το αστείο σε όλο αυτό είναι πως είχαμε όντως την πίστη πως μπορούσαμε. Και το παλέψαμε, μα το θεό το παλέψαμε με κάθε κόστος. Η γη στα νεανικά μάτια έμοιαζε σαν μπίλια, όπου την κοιτούσαμε ατρόμητοι, διψασμένοι, ασυμβίβαστοι. Πέρασαν τα χρόνια και το ένα καλοκαίρι έφερνε το άλλο. Εφθανε ο Σεπτέμβρης και ο κόσμος δεν άλλαζε. Μέχρι που μια ημέρα, νέοι ακόμη αλλά όχι στην πρώτη νιότη, καταλάβαμε ότι ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Το ζητούμενο ήταν πάντα να μην καταφέρει να αλλάξει εμάς όπως έλεγε ο ποιητής. Έπρεπε απλά να περάσουν τα χρόνια, να φθάσει το σημείο όπου οι πληγές αργούν και δεν κλείνουν όπως άλλοτε, για να συνειδητοποιήσουμε την μια και μοναδική αλήθεια…

—————————————————————

• Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός.

Η μαύρη κουκκίδα

Το  εμπορικό επιμελητήριο μιας μικρής πόλης προσκάλεσε έναν ομιλητή για το δείπνο που διοργάνωνε κάθε χρόνο. Η οικονομική ζωή της πόλης δεν πήγαινε καλά , οι κάτοικοι ήταν απογοητευμένοι, και περίμεναν από αυτόν τον ομιλητή να τους ανεβάσει ψυχολογικά.

Ο ομιλητής κατά την παρουσίασή του, πήρε ένα μεγάλο λευκό χαρτί και έκανε μια μικρή μαύρη κουκκίδα στο κέντρο του. Στη συνέχεια σήκωσε το χαρτί μπροστά από τους παρευρισκόμενους και τους ζήτησε να του πουν τι βλέπουν.

 Ένας απάντησε αμέσως:

   “Βλέπω μια μαύρη κουκκίδα.”

          “Εντάξει, τι άλλο βλέπετε;”

 Οι υπόλοιποι συμφώνησαν με τον πρώτο:

     «Μια μαύρη κουκκίδα.”

            «Δεν βλέπετε τίποτα άλλο εκτός από την κουκκίδα;” ρώτησε.

 Ένα ηχηρό «όχι» ακούστηκε από το ακροατήριο.

           “Δεν βλέπετε  το φύλλο του χαρτιού;” ρώτησε ο ομιλητής.

           “Είμαι βέβαιος ότι το έχετε δει και αυτό. Επιλέξατε όμως  να το παραβλέψετε.”

          “Στη ζωή, έχουμε την τάση να παραβλέπουμε και να θεωρούμε ως δεδομένα πολλά υπέροχα πράγματα που έχουμε ή συμβαίνουν γύρω μας. Εστιάζουμε την προσοχή και την ενέργειά μας σε μικρές, σαν την κουκκίδα,  αποτυχίες και απογοητεύσεις. Τα «προβλήματα» που έχουμε είναι  συνήθως σαν την μαύρη κουκίδα πάνω στο χαρτί. Θα διαπιστώσουμε ότι είναι μικρά και ασήμαντα, αν μπορέσουμε να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και να κοιτάξουμε τη συνολική εικόνα. “ 

http://antikleidi.wordpress.com

Χωρίς εκπλήξεις η 1η αγωνιστική της Α’ Κορινθίας. Αποτελέσματα και βαθμολογία

Χωρίς κάποια μεγάλη έκπληξη ολοκληρώθηκε σήμερα το απόγευμα η 1η αγωνιστική της Α’ ΕΠΣ Κορινθίας. Τα φαβορί και λόγω έδρας επικράτησαν των αντιπάλων τους ενώ οφείλουμε να σημειώσουμε πως δεν υπήρξε παιχνίδι χωρίς σκορ. Χωρίς περισσότερα λόγια όμως πάμε να δούμε αναλυτικά τα αποτελέσματα και την βαθμολογία σύμφωνα με τα ρεπορταζ που δημοσιεύθηκαν:

Αποτελέσματα 1ης αγωνιστικής Α’ ΕΠΣ Κορινθίας

Τενεάτης Αθικίων – Πέλοπας Κιάτου 0 – 2

Ελλάς Βέλου – Ηρακλής Λεχαίου 4 – 0

ΠΑΣ Κύψελος – Θύελλα Πετρίου 2 – 0

Θύελλα Κάτω Διμηνιού – Ολυμπιακός Άσσου 2 – 2

Πανσολυγειακός – Πανκαμαριακός 2 – 0

ΑΟ Λουτράκι – Ατρόμητος Χιλιομοδίου 2 – 1

ΠΑΣ Κόρινθος – Ισθμιακός 3 – 0

Ηρακλής Ξυλοκάστρου – Αγ. Θεόδωροι 2 – 1

Βαθμολογία

  1. Ελλάς Βέλου 3
  2. ΠΑΣ Κόρινθος 3
  3. Πέλοπας Κιάτου 3
  4. ΠΑΣ Κύψελος 3
  5. Πανσολυγειακός 3
  6. Ηρακλής Ξυλοκάστρου 3
  7. ΑΟ Λουτράκι 3
  8. Ολυμπιακός Άσσου 1
  9. Θύελλα Κ. Διμηνιού 1
  10. Ατρόμητος Χιλιομοδίου 0
  11. Αγ. Θεόδωροι 0
  12. Τενεάτης Αθικίων 0
  13. Πανκαμαριακός 0
  14. Θύελλα Πετρίου 0
  15. Ισθμιακός 0
  16. Ηρακλής Λεχαίου 0

Μπακασέτας: Το εντυπωσιακό γκράφιτι με τη φανέλα της Εθνικής

Ένα υπέροχο γκράφιτι κοσμεί τοίχο γηπέδου στην Κορινθία, με πρωτοβουλία του ποδοσφαιρικού σωματείου, Θύελλας Πετρίου, προς τιμήν του Τάσου Μπακασέτα, με τον αρχηγό της Εθνικής να πρωταγωνιστεί με τη γαλανόλευκη φανέλα.

Ο Τάσος Μπακασέτας γεννήθηκε στο Πετρί Κορινθίας, ωστόσο έφυγε μικρός για να κυνηγήσει το όνειρό του, το ποδόσφαιρο. Οι συμπολίτες, οι φίλοι και οι δικοί του άνθρωποι δεν τον ξεχνούν κι ας βρίσκεται αρκετά χιλιόμετρα μακριά, στην Τραπεζούντα.

Μάλιστα, για να τιμήσει η τοπική ομάδα Θύελλα Πετρίου τον αρχηγό της εθνικής Ελλάδας δημιούργησε ένα εκπληκτικό γκράφιτι, όπου τον απεικονίζει να πανηγυρίζει με τη γαλανόλευκη.

Ο Έλληνας διεθνής πόσταρε το γκράφιτι στον λογαριασμό του στο Instagram, δηλώνοντας ευγνώμων: “Να ζωγραφίζουν εσένα, στη μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου. Ευλογία”.

Πηγή: https://www.sport24.gr/

Πρώτη ημέρα του σχολείου..

Η πρώτη ημέρα στο σχολείο όπως αυτή που ήταν χθες με την έναρξη της νέας εκπαιδευτικής χρονιάς, αποτελεί διαχρονικά μια ιδιαίτερη στιγμή για την ψυχολογία κάθε παιδιού. Κάθε παιδιού σε οποιαδήποτε ηλικία και για όλες τις τάξεις που αφορούν τα σχολικά του χρόνια. Αυτή λοιπόν την πρώτη ημέρα έχουμε μάθει αρκετά χρόνια τώρα να την εργαλειοποιούμε εμείς οι μεγάλοι και κυρίως τα μέσα και η πολιτικοί, ώστε να στήνεται το παραδοσιακό πια “πανηγυράκι” με τις μικροπολιτικές κόντρες, τα παράθυρα στα κανάλια, τους επίσημους στον αγιασμό και τα λοιπά “όμορφα”. Τα παιδιά μοιάζει να βρίσκονται κάθε τέτοια εποχή κάπου στο περιθώριο, λες και δεν πρόκειται για μια δική τους -καταδική- τους υπόθεση. Φέτος δε, πολλά τα “αχ και βαχ” για την επερχόμενη πολυδιαφημισμένη ακρίβεια του χειμώνα από φορείς, γονείς και κοινωνικά δίκτυα. Τόσα που φθάσαμε να ξεχάσουμε ακόμη και το γεγονός της ημέρας που δεν ήταν άλλο από την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου.

Είχα την τύχη όμως να βρεθώ χθες στον αγιασμό για το νηπιαγωγείο συνοδεύοντας τον ανιψιό μου. Γράφω πως είχα την τύχη καθώς κατάφερα από κοντά να ξαναζήσω έστω και για λίγο, την πρώτη ημέρα ενός νηπίου που έπειτα από το καλοκαίρι επισκέπτεται ξανά το σχολείο του, έστω κι αν ακόμη στη συνείδησή του δεν έχει προλάβει να διαμορφωθεί πλήρως η έννοια “σχολείο”. Μικρά χαρούμενα παιδάκια που έβλεπαν ύστερα από καιρό τους συμμαθητές τους και αγκαλιάζονταν με ένα υπέροχο και αυθόρμητο τρόπο, η αδιάλειπτη διάθεση για σκανταλιές, η εξερεύνηση στο σχολικό κτήριο, οι πρώτες κουβέντες με τις δασκάλες και τους δάσκαλους, η αμηχανία της πρώτης ημέρας. Αυτά τα παραπάνω αποτελούν το νόημα της συγκεκριμένης στιγμής και το απόλαυσα τόσο όσο ένα παιδάκι. Και αν θέλουμε τα παιδιά να είναι παιδιά, το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς οι μεγάλοι και πιθανώς σοφότεροι (ελπίζω σοφότεροι), είναι να προσπαθούμε να έρθουμε κοντά στη σκέψη τους. Να βγάζουμε για λίγο τα γυαλιά του μεγάλου, να κλείνουμε την τηλεόραση, να αφήνουμε τους πολιτικούς να λένε τα δικά τους, να παραμερίζουμε τις εξαγγελίες για καταστροφικούς χειμώνες και εποχές.. να γινόμαστε που και που λιγάκι παιδί, ξανά. Αλλιώς δεν έχει νόημα, αλλιώς το χάνουμε το νόημα. Και δεν μας φταίνε σε τίποτα μαζί μας να το χάνουν και τα παιδιά. Σε τίποτα.

Δεν μπορώ επίσης να μην αναφέρω πως σίγουρα σε κάποιες γωνιές ετούτης της χώρας το ξεκίνημα της νέας σχολικής περιόδου ήταν αρκούντος δύσκολο. Για διάφορους λόγους και κυρίως εξαιτίας της αστικοποίησης ή οποία συντελέστηκε συστηματικά για πάνω από 40 χρόνια τώρα. Σχολικά κτήρια που κάποτε υποδέχονταν πολλά παιδιά σε περιοχές της επαρχίας, πλέον δεν λειτουργούν. Όμως αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που δεν είναι ώρα να την κάνουμε, την έχουμε χάσει.

Η συμπάθειά μου και η σκέψη μου τρέχει επίσης και σε εκείνα τα παιδιά που δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε σε κανένα σχολείο, σε εκείνα τα παιδιά που χάνονται εκεί έξω, κάθε ημέρα και για διάφορους επίσης λόγους για τους οποίους καμία ευθύνη δεν έχουν.

Σ.Ν. “Chinaski”

Το ταξίδι στα Κύθηρα..

Στην ταινία “Μια ζωή την έχουμε” ο Δημήτρης Χορν ονειρεύεται το ταξίδι στα Κύθηρα με ένα τρόπο μοναδικό όσο και αλληγορικό, με ένα ανάλογο του μεγάλου ταλέντου που διέθετε. Δεν θα μπορούσε ίσως κανείς άλλος να ονειρευτεί έτσι ένα ταξίδι, ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι επρόκειτο για υποκριτική, για ηθοποιία.

Αφού λοιπόν ο Δημήτρης Χορν ήταν και παραμένει ο αγαπημένος μου ηθοποιός, δεν θα μπορούσα να μην έχω επηρεαστεί κι εγώ από κάποια φιλμ στα οποία συμμετείχε με ιδιαίτερους και αξεπέραστους ρόλους. Ονειρευόμουν λοιπόν από μικρός εκείνο “το ταξίδι στα Κύθηρα”. Μπορεί να άργησα αρκετά να το πραγματοποιήσω από τότε που ήμουν μικρός, όμως το έκανα, και μου άρεσε πολύ, τόσο όσο αρέσουν τα όνειρα όταν εκπληρώνονται.

Κάθε πράγμα θέλει τον κατάλληλο χρόνο στη ζωή και μάλλον αυτός είναι ένας κανόνας που θέτει η ίδια η φύση. Αγαπημένα, όμορφα και μοναχικά -ποιητικά- Κύθηρα, θα τα ξαναπούμε μια ημέρα, ως τότε έχω κρατήσει αρκετές στιγμές για να θυμάμαι..

Σ.Ν. “Chinaski”

Soul Kitchen (2009)

Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν

Παίζουν: Άνταμ Μπουσδούκος, Μόριτς Μπλάιμπτροϊ, Άνα Μπεντέρκε, Μπιρόλ Ουνέλ

Διάρκεια: 99’

Ο Ζίνος Καζαντζάκης (συγχωρητέα η φολκλόρ πινελιά από τη στιγμή που δεν είναι στο πλαίσιο κάποιου εγχώριου κιτς), είναι ο ιδιοκτήτης και σεφ στο εστιατόριο Soul Kitchen, σε μια βιομηχανική-λαϊκή γειτονιά του Αμβούργου. Και σε πλήρη αντίθεση με τον τίτλο του μαγαζιού, αλλά και τα βινύλια της soul μουσικής που δίνουν τον τόνο κάθε βράδυ, το φαγητό που μαγειρεύει είναι μάλλον ξεψυχισμένο. Δίχως κανένα χαρακτήρα, τυποποιημένο και παντελώς προβλέψιμο, προορισμένο να ικανοποιεί τα εξαιρετικά λιτά και ταπεινά γούστα των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι δεν (έχουν μάθει να) αναζητούν κάποια βαθύτερη γαστρονομική απόλαυση.

Στην πραγματικότητα, ο Ζίνος είναι στριμωγμένος στα σκοινιά από κάθε άποψη, βλέποντας όλους τους πυλώνες της ζωής του να τρεκλίζουν. Διόλου τυχαία, θα αρχίσει και ο ίδιος να τρεκλίζει, όταν η μέση του λυγίσει υπό το βάρος ενός ψυγείου, πυροδοτώντας ένα φιτίλι απορρύθμισης και χάους. Η σύντροφός του ετοιμάζεται να μετακομίσει στη Σανγκάη για επαγγελματικούς λόγους και απαιτεί από τον ίδιο να παρατήσει τη ζωή του (την οποία η ίδια κατά βάθος κρίνει ως ανάξια λόγου) και να την ακολουθήσει. Παράλληλα, ο αδερφός του Ζίνου ονόματι Ηλίας (Μόριτς Μπλάιμπτροϊ), ένας σεσημασμένος μικροκακοποιός και διαρρήκτης (που ενσαρκώνει υποδειγματικά το πρότυπο του λαζοντόιτς από ενδυματολογική-αισθητική άποψη), του ζητά να τον προσλάβει για τα μάτια του κόσμου στο εστιατόριο, ώστε να αποφυλακιστεί μια ώρα αρχύτερα.

Σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, ένας διπρόσωπος παλιός συμμαθητής του Ζίνου, και συνάμα ανήθικος αρπάγας του κτηματομεσιτικού κλάδου, κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να αρπάξει το εστιατόριο και να πουλήσει το οικόπεδο σε έναν αδίστακτο μεγαλοκαρχαρία. Την ίδια στιγμή, ανήμπορος να μαγειρέψει λόγω της σακατεμένης του μέσης, ο Ζίνος προσλαμβάνει έναν προικισμένο και εκκεντρικό σεφ (ο υπέροχος και αλησμόνητος Μπιρόλ Ουνέλ), ο οποίος εξωθεί τη σταθερή πελατεία του μαγαζιού στην αποχώρηση όταν λανσάρει ένα πρωτοποριακό και εξαιρετικά γκουρμέ μενού (ένα χαριτωμένο και υπαινικτικό σχόλιο και για τις απαιτήσεις της πλατιάς μάζας του κοινού στον κόσμο του σινεμά). Όσα φέρνει η στιγμή, δεν τα φέρνει ο κόσμος όλος, όμως, και το Soul Kitchen καταλήγει το πιο περιζήτητο στέκι στην underground πλευρά της πόλης μέσα από μια ουρανοκατέβατη αλληλουχία από ευνοϊκές συμπτώσεις. Ο θρίαμβος, όμως, αποδεικνύεται προσωρινός, καθώς μια χιονοστιβάδα από αναποδιές θα φέρουν σε χρόνο dt τον ήρωά μας από το ζενίθ στο ναδίρ.

Ο λατρεμένος Φατίχ Ακίν ενώνει δυνάμεις με τον παιδιόθεν κολλητό του, τον αιωνίως συμπαθή Άνταμ Μπουσδούκο (υποδύεται τον Ζίνο), και γράφουν από κοινού ένα ντελιριακό σενάριο, το οποίο αναπλάθει όχι μόνο τις ξέφρενες αναμνήσεις από τα νιάτα τους, αλλά και ορισμένες από τις θεοπάλαβες εμπειρίες του ίδιου του Μπουσδούκου από την εποχή όπου ήταν ιδιοκτήτης ελληνικής ταβέρνας στο Αμβούργο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ταινία που εκπέμπει ανυπολόγιστες ποσότητες φιλίας, αναπόλησης και χιούμορ (που ενίοτε διοχετεύεται σε στιγμές ξεκαρδιστικού γέλιου), ικανές να υπερκεράσουν την προσχηματική πλοκή και τα ολίγον απλοϊκά νοήματα.

O Ακίν και ο Μπουσδούκος, περίπου 35 ετών αμφότεροι την περίοδο εκείνη (2009), συντάσσουν ένα γλυκό γράμμα αποχαιρετισμού σε εκείνη την εδεμική εποχή όπου κάθε νύχτα έμοιαζε να ανοίγει κάποιο μυστικό πέρασμα για μια καινούργια αλλοπρόσαλλη περιπέτεια. Παράλληλα, απευθύνουν ένα φόρο τιμής στον γενέθλιο τόπο τους και στα σημεία αναφοράς που τους καθόρισαν: η εναλλακτική κουλτούρα, η καλλιτεχνική ταυτότητα, η υφολογική ιδιαιτερότητα, η άτυπη αυτονομία και η εθνολογική πανσπερμία του προαστίου της Αλτόνα, στα δυτικά του Αμβούργου, είναι πανταχού παρούσες, λειτουργώντας ως συναισθηματική ραχοκοκαλιά της ταινίας.

Το Soul Kitchen, αφοπλιστικά ειλικρινές όσον αφορά τις τίμιες feel-good προθέσεις του, μοιάζει με παυσίλυπο ταχείας καύσης, σαν ένα φιξάκι αισιοδοξίας και ενέργειας που τσαλαπατά κάθε σοβαροφάνεια και αρνείται να μεμψιμοιρήσει ακόμη και όταν όλα δείχνουν να καταρρέουν. Ο Ακίν, ορμώμενος από εκείνη τη φλόγα που μπορεί να προσφέρει μονάχα η προσωπική ταύτιση, φτιάχνει μια ταινία που μοιάζει με ακαταμάχητο προσκλητήριο για κέφι, πάθος και ζωή. Και σε αναγκάζει να χορέψεις στον ρυθμό του, εγκαταλείποντας κάθε (μάταιη) υπόνοια για αληθοφάνεια.

Αντί επιλόγου, επιτρέψτε μιας μια ειδική μνεία σε ένα αθέατο (και φαινομενικά αδιάφορο) σημείο της ταινίας, που μας έκλεψε την καρδιά. Βρισκόμαστε σε ένα νυχτερινό κλαμπ όπου βαράει πριόνια και οι θαμώνες ξεχαρβαλώνονται στον παλμό της ηλεκτρονικής μουσικής. Μέσα σε αυτόν τον κακό χαμό, ο Ηλίας (ο διαρρήκτης αδερφός του βασικού ήρωα, υπενθυμίζουμε) αντιλαμβάνεται πως είναι κεραυνοβόλα ερωτευμένος με την γκαρσόνα του εστιατορίου. Αποχωρώντας από το κλαμπ σαν να τον τσίμπησε μύγα, επιστρέφει σχεδόν αμέσως (σε μια εξαιρετικά αστεία σκηνή), παρέα με τους δύο σαρδανάπαλους κολλητούς-συνεργούς του, και αρπάζει κονσόλες, ενισχυτές και ηχοσυστήματα, καρπαζώνοντας παράλληλα τον εμβρόντητο DJ.

Αρχικά, αποκομίζουμε την εντύπωση πως η ενέργειά του δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα προφανή αντανακλαστικά και την ανίκητη παρόρμηση του επαγγελματία κλέφτη. Λίγο αργότερα, όμως, συνειδητοποιούμε πως το μοναδικό του κίνητρο είναι η αγνή κι ανόθευτη καψούρα, η οποία οδηγεί πάντοτε στις πιο θεόμουρλες παρορμήσεις. Η γυναίκα που έχει ερωτευτεί αμετάκλητα ο Ηλίας «γουστάρει αυτή τη μουσική», όπως αναφέρει ο ίδιος απλά και σταράτα, και στο μυαλό του δεν υπάρχει τίποτα το πιο φυσιολογικό από το να αποκτήσει πάση θυσία τα μηχανήματα που παίζουν τη συγκεκριμένη μουσική… Πείτε μας γλυκανάλατους ή ονειροπαρμένους, αλλά στο δικό μας τεφτέρι it doesn’t get more romantic than this.

  • Δημοσιεύτηκε στο αγαπημένο ηλεκτρονικό περιοδικό για τον κινηματογράφο cinedogs.gr και το αναδημοσιεύουμε.