Γρήγορα και αργά ~ Τσαρλς Μπουκόβσκι

Γρήγορα κι αργά

σίγουρα, ο κλοιός
στενεύει

πετάω φωτοβολίδες
καμιά
ανταπόκριση.

δεν μου προξενεί
έκπληξη

μόνο το ότι
συνεχίζω

ειδικά
ενώ ξέρω
ότι το τέλος
είναι
εκεί

κι
εδώ

 

Χένρι Τσαρλς Μπουκόβσκι

16 Αυγούστου 1920 – 9 Μαρτίου 1994

Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας, της Αλίκης Κοσυφολόγου

«Θέλεις να δουλέψεις; αυτή είναι μία ιδέα εφιαλτική;»

Η διαδρομή του Νίκου Παναγιωτόπουλου στον κινηματογράφο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα (από τη θέση του βοηθού σκηνοθέτη) και τέλειωσε μόλις φέτος, λίγο πριν τον πρόωρο θάνατο του, καθώς η τελευταία του ταινία Η κόρη του Ρέμπραντ προβλήθηκε στους κινηματογράφους τον περασμένο Νοέμβριο  του 2015.

Το δίχως άλλο η απώλεια του επισφραγίζει συμβολικά το τέλος της διαδρομής μια γενιάς Ελλήνων κινηματογραφιστών, λίγο νεότερων σε ηλικία από τους Αγγελόπουλο, Βούλγαρη και Μαρκετάκη, οι οποίοι συνεισέφεραν με διάφορες καινοτομίες αλλά και ευρύτερα στην ανανέωση του ελληνικού σινεμά,  τόσο ως προς την φόρμα όσο και ως προς το περιεχόμενο – βλ. Ν. Νικολαΐδης, Π. Τάσσιος κα-.

Επηρεασμένοι από τα κοινωνικά κινήματα της πρώτης περιόδου μετά την πτώση της δικτατορίας, από την ψυχανάλυση, από την γαλλική νουβέλ βαγκ αλλά και δρώντας καλλιτεχνικά όχι απέναντι- αλλά «παραπλεύρως» της κομματικής Αριστεράς – με την οποία αναμφίβολα οι Αγγελόπουλος Βούλγαρης διατηρούσαν μία προνομιακή συνομιλία-, έκαναν ένα σινεμά κοινωνικό και ονειρικό ταυτόχρονα, με εναλλαγές ρεαλισμού αλλά και με έντονη σημειολογία και πολλούς συμβολισμούς.

Οι Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας φιλμ γυρισμένο στο τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα (1978) μαζί με την Γλυκιά Συμμορία (1983) του Ν. Νικολαΐδη και το Βαρύ Πεπόνι (1977) του Π. Τάσιου είναι ίσως κάποιες από τις πιο κορυφαίες στιγμές έκφρασης αυτής της τάσης στο νέο ελληνικό κινηματογράφο. Οι «τεμπέληδες» ειδικότερα, διακρίνονται μεταξύ άλλων και για τα πολλαπλά επίπεδα λειτουργίας των ίδιων των συμβολισμών που εμφανίζονται στην ταινία. Πέρα από το πρώτο επίπεδο της αναπαράστασης των ταξικών κι έμφυλων εκμεταλλευτικών σχέσεων –η πατριαρχική αστική οικογένεια και η υπηρέτρια-, στην ταινία αναφέρονται μια σειρά κι από άλλα βαθύτερα στοχαστικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η ηθική της εργασίας αλλά και η νοηματοδότηση της στη σύγχρονη κοινωνία καθώς και η συγκρότηση της υποκειμενικότητας που παράγεται από την ύπαρξη ή από την έλλειψη αυτής.

Η σουρρεαλιστική αναπαράσταση της ιστορίας της παρακμής μιας οικογένειας τυπικών λευκών ανδρών αστών καθώς και της «ναρκοθετημένης» εκ προοιμίου απόπειρας ενός μέλους να ξεφύγει –η ιστορία της γαλλικής επανάστασης και η υπηρέτρια του δίνουν ένα κίνητρο για απόδραση, όμως εν τέλει τίποτα δε μπορεί να εμποδίσει τον «εγκλωβιστικό» ύπνο που τον καταλαμβάνει- υπηρετούνται και από την αναλυτική και ανά στάδια λεπτομερή περιγραφή αυτής της συνθήκης εκφυλισμού της αφήγησης.

Πηγή: rednotebook.gr

Στάνλεϊ Κιούμπρικ: Πρωτότυπος, προκλητικός, καινοτόμος

Γνωστός ως ο πλέον ολοκληρωμένος και καινοτόμος σκηνοθέτης, ο Stanley Kubrick δημιούργησε ταινίες εγκώμια, συχνά αμφιλεγόμενες, ωστόσο πάντα αντάξιες της τελειομανής φύσης του. Όπως έχει σημειωθεί, πρόκειται για «τις πιο πρωτότυπες, προκλητικές, και με όραμα ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου».

Ο Stanley Kubrick γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1928 στο Μανχάταν, και γονείς του ήταν ο Jacques Leonard και η Gertrude Perveler. Ο πατέρας του, του έμαθε σκάκι όταν ο Kubrick ήταν 12 χρονών, χόμπι που θα τον ακολουθούσε σε όλη του την ζωή, ενώ έναν χρόνο αργότερα αγοράζοντας του μια φωτογραφική Graflex, ο νεαρός Kubrick γοητεύτηκε από την φωτογραφία.

Σαν έφηβος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την τζαζ μουσική και επιχείρησε για μικρό χρονικό διάστημα να εργαστεί σαν μουσικός. Ενώ βρισκόταν ακόμη στο γυμνάσιο επιλέχθηκε ως επίσημος φωτογράφος του σχολείου για έναν χρόνο. Το 1946, εξαιτίας των χαμηλών του βαθμών δεν μπόρεσε να συνεχίσει την εκπαίδευση του σε κάποιο κολέγιο, παρακολούθησε κάποια μαθήματα στο City College της Νέας Υόρκης (CCNY). Τελικά και μετά την αποφοίτηση του εργάστηκε σαν φωτογράφος, συμπληρώνοντας το εισόδημα του παίζοντας σκάκι στο Washington Square Park και σε διάφορα κλαμπ σκακιού στο Μανχάταν.

Το 1946 έγινε μαθητευόμενος φωτογράφος στο περιοδικό Look, στο οποίο αργότερα εργάστηκε σαν μόνιμος φωτογράφος. Κατά την περίοδο αυτή, ο Kubrick ξεκίνησε να παρακολουθεί προβολές ταινιών στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και τους κινηματογράφους της Νέας Υόρκης, οι οποίες επηρέασαν το μετέπειτα έργο του. Το 1951, μετά από ενθάρρυνση του φίλου του Alex Singer, ξεκίνησε να κάνει μικρά ντοκιμαντέρ για το The March of Time, και δημιούργησε το Day of the Fight. Χαρακτηριστικό της ταινίας ήταν τα ανεστραμμένα πλάνα, κάτι το οποίο θα αποτελούσε μανιέρα στην καριέρα του σκηνοθέτη. Δύο ακόμη ντοκιμαντέρ ακολούθησαν, το Flying Padre (1951), και το The Seafarers (1953).

Τα επόμενα 40 χρόνια θα αναδείκνυαν το ιδιοφυές ταλέντο του Stanley Kubrick, ως σκηνοθέτη, σεναριογράφου, παραγωγού και φωτογράφου των ταινιών του. Από τις πιο δημοφιλείς ταινίες της καριέρας του υπήρξαν οι εξής: Spartacus (1960), Lolita (1962), Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb (1964), 2001: A Space Odyssey (1968), A Clockwork Orange (1971), Barry Lyndon (1975), The Shining (1980), Full Metal Jacket (1987), Eyes Wide Shut (1999).

Oι μόλις ταινίες του Stanley Kubrick προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν αίσθηση εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Πολλές από αυτές περιλάμβαναν αφήγηση, μερικές φορές αυτολεξεί από το μυθιστόρημα στο οποίο βασίζονταν, ενώ χαρακτηριστική είναι η επαναφορά του «Τhe End» στους τίτλους τέλους από τον σκηνοθέτη, όταν η κινηματογραφική βιομηχανία είχε σταματήσει να το χρησιμοποιεί.

Ενδεικτική της τελειομανίας του ήταν και η προσοχή που έδινε ο σκηνοθέτης στην κυκλοφορία των ταινιών του σε άλλες χώρες, αφού είχε πλήρη έλεγχο της μετάφρασης τους και γύριζε εναλλακτικές εκδοχές τους. Με αφετηρία την ταινία του 2001: A Space Odyssey και σε όλες τις ταινίες του, εκτός από το Full Metal Jacket, χρησιμοποίησε ως επί το πλείστον ηχογραφημένη κλασική μουσική, ενώ σαν στοιχείο ειρωνείας τοποθετούσε εύθυμα ακούσματα ποπ μουσικής σε σκηνές ερήμωσης και καταστροφής.

Πέντε ταινίες του Stanley Kubrick ήταν υποψήφιες για Όσκαρ σε διάφορες κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της Καλύτερης Ταινίας για το Dr. Strangelove, A Clockwork Orange, και Barry Lyndon, και Καλύτερης Σκηνοθεσίας για το 2001: A Space Odyssey, Dr Strangelove, A Clockwork Orange, και Barry Lyndon. Τα περισσότερα βραβεία για τα οποία προτάθηκαν οι ταινίες του ήταν στους τομείς της κινηματογράφησης, καλλιτεχνικού σχεδιασμού, συγγραφή σεναρίου και μουσικής. Όλες οι ταινίες του Kubrick μέχρι το τέλος της καριέρας του προτάθηκαν για τουλάχιστον μια Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ (μαζί με αρκετές υποψηφιότητες για τα βραβεία BAFTA).

Στις 7 Μαρτίου του 1999, ο 70χρόνος Stanley Kubrick πέθανε από καρδιακή προσβολή στον ύπνο του και κηδεύτηκε δίπλα στο αγαπημένο του δέντρο στο Childwickbury Manor, στο Hertfordshire της Αγγλίας, όπου και διέμενε τα τελευταία 40 χρόνια. To 1997, τρεις από τις ταινίες του Kubrick επιλέχθηκαν από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου για το κατάλογο των 100 καλύτερων ταινιών στην Αμερική: το 2001: A Space Odyssey βρέθηκε στο νούμερο 22, το Dr Strangelove στο 26 και το A Clockwork Orange στο 46.

Φιλμογραφία: 1953-Fear and Desire, 1955 -Killer’s Kiss , 1956 -The Killing, 1957 -Paths of Glory, 1960-Spartacus, 1962 –Lolita, 1964 -Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, 1968 -2001: A Space Odyssey, 1971 -A Clockwork Orange, 1975-Barry Lyndon, 1980 -The Shining, 1987 -Full Metal Jacket, 1999 -Eyes Wide Shut.

Πηγή: tvxs.gr

Μανώλης Αναγνωστάκης ~ Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Μανώλης Αναγνωστάκης

Γιατί οι πιο μεγάλοι λουζεράδες έχουν πάντα τόσο επικά σκυλιά;

Όσο σκέφτομαι τα καρτούν που έβλεπα μικρός (ότι τώρα δεν τα βλέπω ξέρω ‘γω…), όλο και περισσότερο καταλαβαίνω γιατί κατέληξε αυτή η γενιά όπως κατέληξε. Ρε φίλε υπήρχαν άνθρωποι που μεγάλωσαν βλέποντας υπερήρωες (Σούπερμαν). Βλέποντας ψηφοφόρους ΠΑΣΟΚ να παίζουν μπόουλινγκ (Φλίνστοουνς). Έστω βλέποντας τον Λάιονο να μεγαλώνει το ξίφος των οιωνών. Ενώ εμείς, κάναμε τη λουζεριά τρόπο ζωής και χαλαρώσαμε.

Διαβάστε την συνέχεια με ένα κλικ εδώ: Provocateur

 

Έλενα Ναθαναήλ: Η πιο γοητευτική ηθοποιός του ελληνικού σινεμά..

Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν μια από τις πιο γοητευτικές ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου. Ξεκίνησε να εργάζεται σαν μοντέλο, αλλά η καριέρα αυτή δεν διήρκεσε πολύ. Όταν ήταν μαθήτρια Γυμνασίου την εντόπισε ο Γιάννης Δαλιανίδης και το 1963 έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, στην ταινία του, «Κάτι να καίει». Μάλιστα, ο Δαλιανίδης ήταν εκείνος που τη συμβούλευσε να χρησιμοποιήσει μόνο το επίθετο «Ναθαναήλ», που ήταν το επίθετο της μητέρας της. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλενα Δεληβασίλη. Με την εμφάνισή της στην ταινία, η νεαρή κοπέλα εντυπωσίασε όχι μόνο για το υποκριτικό της ταλέντο, αλλά και για την ομορφιά της. Το καλλίγραμμο κορμί της, σε συνδυασμό με το μεσογειακό της πρόσωπο, συνέθεταν μια πολύ εντυπωσιακή εικόνα. Την περίοδο εκείνη η φωτογραφία στο εξώφυλλο του περιοδικού «Εικόνες», έγινε αφορμή να την προσέξει κάποιος ξένος παραγωγός που της έκανε πρόταση την οποία αποδέχθηκε, να συμμετάσχει σε μια γερμανική ταινία, που γυρίστηκε στο Μόναχο….

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/elena-nathanail-to-19chrono-montelo-pou-epelexe-to-paris-match-gia-na-fotografithi-me-archea-kosmimata-dipla-ston-leonta-sto-archeologiko-mousio-egine-ithopios-ezise-mia-diakritiki-zoi-ke-efige-at/

Ελπίδα..

Διάσημοι της τέχνης έχουν διατυπώσει για την ελπίδα:

 

  • Όταν το σκοτάδι είναι βαθύ, μπορείς να δεις τ’ αστέρια.

Charles Austin Beard, 1874-1948, Αμερικανός ιστορικός

  • Η ζωή αρχίζει στην άλλη πλευρά της απελπισίας.

Jean-Paul Sartre, 1905-1980, Γάλλος φιλόσοφος

  • Αυτό που κάνει την έρημο όμορφη είναι ότι κάπου κρύβει ένα πηγάδι.

Antoin de Saint-Exupéry, 1900-1940, Γάλλος συγγραφέας

  • Μέχρι τώρα φοβόμασταν, από τώρα και στο εξής θα ελπίζουμε.

Victor Frankl, 1905-1997, Αυστριακός νευρολόγος

(απευθυνόμενος στη γυναίκα του όταν συνελήφθη από τους Ναζί).

  • Ένα δυνατό μυαλό πάντα ελπίζει, και έχει λόγους να ελπίζει.

Thomas Carlyle, 1795-1881, Άγγλος συγγραφέας

 

 

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω..

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω γιατί η μνήμη είναι το σπουδαιότερο πράγμα σε ετούτο τον κόσμο. Την μνήμη δεν μπορεί κανεις να σου την πάρει, κανεις πέρα από τον ίδιο σου τον εαυτό. Το νου σου τέλος πάντων. Μπορεί να την διαστρεβλώσει, να την λασπώσει, να την κιτρινίσει, όμως είναι κάτι ολότελα δικό σου και αυτό μετράει.

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω όλους εκείνους που λησμονήθηκαν στον δρόμο για τις περισπούδαστες κατακτήσεις. Εκείνους με το ατόφιο χαμόγελο και την ειλικρινή προσφορά. Την ανιδιοτελή. Όσους δεν περιμένουν ανταλλάγματα για να δώσουν γιατί έχουν ψυχικό περρίσευμα και δεν τους καίγεται καρφάκι.

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω ποτέ όσους πήραν αμέριστη βοήθεια και την μετέτρεψαν σε παλιανθρωπιά, για λίγη δόξα, “για μια χούφτα δολλάρια” όπως θα έγραφε κι ο Σέρτζιο Λεόνε. Εκείνους με τα βαθυστόχαστα τσιτάτα που τα βράδια βλέπουν εφιάλτες επειδή γνωρίζουν πως η αξία τους είναι μηδενική.

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω όσους μπήκαν στο παιχνίδι στηριζόμενοι σε πλάτες αγνές αλλά δυνατές. Μπήκαν στο παιχνίδι για να το βρωμίσουν και να καπαρώσουν μια ψεύτικη θέση στην μνήμη των ανθρώπων.

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω κανένα πρόσωπο των όμορφων ημερών, θέλω να τα κρατήσω μέσα μου ως φωτεινούς φάρους αλήθειας και μαγκιάς. Είναι ελάχιστα, είναι λίγα σε σχέση με όσα θα έπρεπε, αλλά η ζωή έτσι είναι φτιαγμένη. Οι ελάχιστοι, οι λίγοι κάνουν τη γη να γυρίζει ακόμη.

Θα προσπαθήσω να μην ξεχάσω και εσείς να θυμόσαστε επίσης, ότι δεν είναι ανάγκη να έχεις τον πρώτο ρόλο για να πρωταγωνιστείς. Το φως βρίσκεται εκεί που δεν ψάχνεις για να το βρείς.

 

Γράφει ο Στάθης Ντάγκας

Χρόνια πολλά Rory..

Ο Ρόρι Γκάλαχερ ήταν άνθρωπος που λατρεύτηκε από το ροκ κοινό της χώρας μας. Κατά την ταπεινή μου άποψη επίσης υπήρξε ο κορυφαίος μπλουζίστας όλων των εποχών. Τεράστια κομμάτια του διαχρονικά στον χρόνο μας κρατούν ακόμη συντροφιά. Αυθεντικός, Ιρλανδός με τα όλα του και με ότι συνεπάγεται αυτό, με μια κιθάρα (την φημισμένη στρατοκάστερ) για μια ζωή, άφησε ανεξίτηλο στίγμα στον κόσμο της μουσικής.


Ένα μικρό βιογραφικό παρακάτω από το sansimera.gr

Ιρλανδός μουσικός του μπλουζ – ροκ. Μέγας δεξιοτέχνης της ηλεκτρικής κιθάρας, με πολλούς και πιστούς θαυμαστές και στη χώρα μας.

Ο Γουίλιαμ Ρόρι Γκάλαχερ (Willian Rory Gallagher) γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1948 στο Μπαλισάνον και μεγάλωσε στο Κορκ της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Ο πατέρας του εργαζόταν στην τοπική ηλεκτρική εταιρεία και ενθάρρυνε τον Ρόρι και τον αδελφό του Ντάνιελ στις μουσικές τους αναζητήσεις.

Ο Ρόρι έμαθε κιθάρα και μετά το σχολείο έπαιζε σε τοπικές μπλουζ μπάντες. Το 1963 σχημάτισε το συγκρότημα «Fontana» και στη συνέχεια τους «Impact», με τους οποίους έδωσε συναυλίες και εκτός των ιρλανδικών συνόρων. Το 1966 δημιούργησε τους «Taste», με τη συμμετοχή του ντράμερ Τζον Γουίλσον και του μπασίστα  Ρίτσαρντ ΜακΚράκεν. Το 1968 μετακόμισαν στο Λονδίνο, όπου έως το 1970 που διαλύθηκαν, ηχογράφησαν για την Polydor μία σειρά από άλμπουμ, με σημαντικότερο το «On The Boards» του 1970.

Όταν ο ΜακΚράκεν και ο Γουίλσον αποχώρησαν για να φτιάξουν τους «Stud», ο Ρόρι προχώρησε το 1971 στη δημιουργία ενός προσωπικού σχήματος, με τη συμμετοχή των Τζέρι ΜακΑβόι στο μπάσο και του Γουίλγκαρ Κάμπελ στα ντραμς. Μέσα στο χρόνο κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ («Rory Gallagher», «Deuce»), που δεν πέρασαν απαρατήρητα. Μεγαλύτερη επιτυχία είχε το «ζωντανό» άλμπουμ του 1972 «Live In  Europe», καθώς είχε αρχίσει να δημιουργεί όνομα με τις συναυλιακές εμφανίσεις του. Την ίδια χρόνια, ο Ρόρι συμμετείχε στο άλμπουμ του Μάντι Γουότερς «In London».

Το 1973 o Ροντ Ντε Αθ αντικατέστησε τον Κάμπελ στα ντραμς, ενώ στο σχήμα προστέθηκε και ο Λου Μάρτιν στα κίμπορντς, που επηρέασε ιδιαίτερα τον ωμό και σκληρό ήχο του Γκάλαχερ. Το συγκρότημα του Γκάλαχερ ως κουαρτέτο πλέον θα ηχογραφήσει τα άλμπουμ «Blueprint» (1973), «Tattoo» (1973), «Irish Tour ’74» (1974), «Against the Grain» (1975) και «Calling Card» σε παραγωγή του Ρότζερ Γκλόβερ των Deep Purple (1976). Ενδιάμεσα είχε αλλάξει δισκογραφική εταιρεία, υπογράφοντας στην Chrysalis, το 1975.

Οι εσωτερικές αλλαγές στο γκρουπ του συνεχίστηκαν. Μετά την αποχώρηση των Ντε Αθ και Μάρτιν και την προσθήκη του ντράμερ Τεντ ΜακΚίνα, ηχογράφησε ως τρίο τα άλμπουμ «Photo-Finish» (1978), «Top Priority» (1979) και το λάιβ «Stage Struck» (1980). Στις 12 Σεπτεμβρίου 1982 εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του αθηναϊκού κοινού στο στάδιο της Νέας Φιλαδέλφειας, σε μία αλησμόνητη όσο και επεισοδιακή συναυλία.

Ο Γκάλαχερ συνέχισε να ηχογραφεί, αν και πιο αραιά, λόγω και των προβλημάτων υγείας που παρουσίαζε. Διατήρησε, πάντως, την επαφή του με το κοινό του στην Ευρώπη με μία σειρά από συνεπή, αλλά και προβλέψιμα άλμπουμ: «Jinx» (1982), «Defender» (1987) και «Fresh Evidence» (1990).

Ωστόσο, η μακροχρόνια κατανάλωση αλκοόλ, σε συνδυασμό με τα φάρμακα που έπινε για να καταπολεμήσει τον φόβο του για τα αεροπορικά ταξίδια, του προκάλεσε ανεπανόρθωτη βλάβη στο ήπαρ, με αποτέλεσμα στην τελευταία του συναυλία στην Ολλανδία στις 10 Ιανουαρίου 1995 να είναι εμφανή τα σημάδια της κόπωσης. Λίγο αργότερα εισήχθη σε νοσοκομείο του Λονδίνου και στις 14 Ιουνίου ο σπουδαίο ιρλανδός ρόκερ άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 47 ετών.


 

Επιμέλεια: Στάθης Ντάγκας

Άνοιξη καρδιά μου!

Χρίστος Λάσκαρης,
«Διαβάζοντας ένα ποίημα»
Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη
όταν την είδα να έρχεται από μακριά: μισή γυναίκα, μισή όνειρο.
Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω στεφανωμένη με άνθη κερασιάς.
Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.
(Από τη συλλογή «Τέλος του προγράμματος», 1997 –συγκεντρωτική έκδοση «Χρίστος Λάσκαρης – Ποιήματα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)