Το ζώο είναι αναντικατάστατο διότι παρέχει στον άνθρωπο την επαφή με το καθαρό ‘Ον..

Το ζώο στη ζωή μας δεν είναι υποκατάστατο. Η σχέση μαζί του είναι μια πρότυπη, αυθεντική, πρωταρχική σχέση… υπαγορευμένη από την ίδια την φύση.

Θα προχωρήσω όμως πάρα πέρα. Όχι μόνο το ζώο δεν είναι υποκατάστατο – αλλά για τον άνθρωπο είναι αναντικατάστατο. Η σύνδεση με αυτό προσφέρει κάτι που δεν μπορεί να το αντλήσουμε από αλλού. Ούτε από την σχέση με άλλον άνθρωπο.

Για τον Μίλαν Κούντερα, στον οποίο χρωστάμε μια από τις βαθύτερες αναλύσεις της ζωοφιλίας (στο μυθιστόρημά του “Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι”) η αγάπη ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο είναι ανώτερη από την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. “… η αγάπη του άντρα και της γυναίκας”, γράφει “είναι εξαρχής ενός είδους κατώτερου απ’ αυτό που μπορεί να είναι η αγάπη ανάμεσα στον άνθρωπο και στον σκύλο, αυτή η παραδοξότητα της ιστορίας που ίσως ο Πλάστης να μην την είχε προβλέψει.”

Και ο Κούντερα αναλύει τα χαρακτηριστικά αυτής της αγάπης. Άδολη, εκούσια, καθαρή, ελεύθερη. Ειδυλλιακή. Η λέξη ειδύλλιο αναφέρεται στον Παράδεισο.

Γιατί το ζώο είναι αναντικατάστατο;

 Αρκετά χρόνια πριν από τον Κούντερα είχα γράψει στο “Βιβλίο των Γάτων”:

Τα ζώα είναι αυτά που είναι: Καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε, κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω από την φύση αναζητά.

Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

Το ζώο είναι αναντικατάστατο διότι παρέχει στον άνθρωπο την επαφή με το καθαρό ‘Ον. Μπορείτε να το ονομάσετε φύση ή παράδεισο.

Το ζώο ΕΙΝΑΙ. Απόλυτα, αυθόρμητα, τέλεια. Μια ύπαρξη πλήρης. Ο άνθρωπος, από τότε που γεύτηκε το δέντρο της Γνώσης, δεν είναι πλήρης. Διότι ξέρει πως θα πεθάνει. Η γνώση του θανάτου και της φθοράς, υπονομεύει το ανθρώπινο ον. Το κάνει αβέβαιο, παροδικό, αμφίβολο.

Δίπλα στον άνθρωπο, το κάθε ζώο είναι ένας βράχος σιγουριάς και τελειότητας.

Ο άνθρωπος, με τη γνώση, αλλοτριώθηκε. Αποξενώθηκε. Δεν βρίσκεται μέσα στη φύση – είναι απέναντι. Δεν κάνει ένα με το παν – είναι άλλος, ξένος.

Το ζώο ανήκει στο παν. Είναι η γέφυρα που μας συνδέει με την ζωή πριν από τη γνώση. Ίσως και με τη ζωή μετά τη γνώση…

Οι ταπεινοί σκύλοι, οι αθόρυβες γάτες, είναι πρεσβευτές του όντος κοντά μας. Είναι αγγελιαφόροι της άλλης όχθης.

Αν ρωτήσετε τους περισσότερους ζωόφιλους, τι τους ελκύει στα ζώα, θα σας μιλήσουν για την σταθερότητα, την εμπιστοσύνη. Το ζώο, θα σας πουν, δεν σε προδίδει ποτέ.

Γιατί δεν προδίδει ούτε τον εαυτό του. Είναι αυτό που είναι. Ξέρει αυτά που ξέρει, απόλυτα. Δεν ταλαντεύεται. Δεν παλινδρομεί. Δεν αμφιβάλλει ούτε αμφισβητεί. Δεν έχει άγχος θανάτου ούτε ζωής.

Και η αγάπη του είναι σταθερή και διαυγής. Δεν έχει προϋποθέσεις, ούτε διαθέσεις, ούτε διακυμάνσεις.

Το ζώο είναι και η σταθερότητα μέσα στο χρόνο – η υπέρβαση της ιστορίας. Πορεύεται δίπλα μας μέσα στην ιστορία αλλά δεν της ανήκει. Ανήκει στη φύση. Η φύση είναι ανιστορική. Εμείς αλλάζουμε συνέχεια – όμως ένας σκύλος από την Ασσυρία και μια γάτα από την αρχαία Αίγυπτο, είναι ίδιοι με τους σημερινούς.

Το πιο συγκινητικό περιστατικό που έχει ποτέ γραφτεί για συμπεριφορά ζώου, αριθμεί ηλικία τριών χιλιάδων ετών: Ο ‘Αργος ο σκύλος του Οδυσσέα περίμενε είκοσι χρόνια να δει τον άνθρωπό του για να ξεψυχήσει.

Εκεί και ο ‘Αργος κείτουνταν τσιμπούρια φορτωμένος

Και τότε, όπως μυρίστηκε κοντά του τον Οδυσσέα

κούνησε λίγο την ουρά, κατέβασε τ’ αυτιά του,

όμως δεν είχε δύναμη να τρέξει πια κοντά του

Και ο σκληρός Οδυσσέας, έτοιμος για εκδίκηση, παραλίγο να προδοθεί. Κλαίει για πρώτη φορά (απομόρξατο δάκρυ). Κι ευθύς ως φεύγει, ο ‘Αργος πεθαίνει.

‘Αργον δ’αυ κατά μοίρα λάβεν μέλανος θανάτοιο

αυτίκ’ιδόντα Οδυσύα εεικοστώ ενιαυτώ.

Μοίρα έχει και ο ‘Αργος. Σαν τους ανθρώπους. Τον μαύρο θάνατο. Περίμενε είκοσι χρόνια. Πέστε μου μετά πως ο σκύλος έρχεται μόνο για το κόκαλο, κι η γάτα για το ψάρι.

Αυτή την σταθερότητα, αυτή την πίστη, σπάνια – η ποτέ – δεν την βρίσκεις σε άνθρωπο. Στο ζώο πάντα. Εκεί ισχύουν νόμοι ενός άλλου κόσμου.

Το κοντινό μας ζώο είναι ό,τι μας απόμεινε από τον παράδεισο. Από την κατάσταση της σιγουριάς, της αθωότητας και της απλότητας που κάποτε εγκαταλείψαμε.

Ήδη οι ψυχίατροι έχουν αποδείξει πως ένας τετράποδος σύντροφος είναι το καλύτερο αντίδοτο στο άγχος της ύπαρξης. Ο άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να σας δώσει αυτό το αίσθημα του απόλυτα απλού. Ίσως μόνο ένα βρέφος, που κι αυτό στην αρχή, είναι καθαρή φύση.

Ο Κούντερα έγραψε: “κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να κάνει σε ένα άλλο την δωρεά του ειδυλλίου. Μόνο το ζώο μπορεί, επειδή δεν το έδιωξαν από τον Παράδεισο.”

Να γιατί το ζώο είναι αναντικατάστατο.

Αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την αθώα και άδολη ύπαρξη, με τον αρχέγονο εαυτό μας, τις ρίζες μας.

Κι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φύση, τόσο πιο πολύ θα μας χρειάζονται τα ζώα. Για να εξισορροπούν την αμφιβολία. Να μας βοηθάνε να ξεχνούμε την αλλοτρίωση. Να αποκαθιστούν μέσα μας την αρμονία και την ενότητα.

 Νίκος Δήμου

 http://anthroposkaiskylos.blogspot.gr/


 

Το ημερολόγιο έγραφε 8 Φλεβάρη 1981..

Ήταν μια ηλιόλουστη Κυριακή εκείνη του Φλεβάρη το 1981. Περισσότεροι από 35.000 φίλαθλοι είχαν από νωρίς γεμίσει το Φαληρικό σταδίο. Τι κι αν το παιχνίδι ξεκινούσε στις 15:15; Χαμός στους γύρω δρόμους, γιορτή. Ο Ολυμπιακός από την πρώτη θέση βάδιζε ολοταχώς για το 2 σερί πρωτάθλημα, ενώ η ΑΕΚ με 2 βαθμούς διαφορά πίσω, ήθελε νίκη για να τον προσπεράσει.

Όλα από εκεί και ύστερα είναι ιστορία. Μια τραγική ιστορία από εκείνες που σε κάνουν να ανατριχιάζεις ακόμη και ύστερα από τόσα χρόνια. Μια ιστορία που πέρασε από γενιά σε γενιά και που παρόλη την τραγικότητά της, αποτελεί ένα μοναδικό μνημείο για τον ερυθρόλευκο κόσμο. Η λύπη σύντομα μετατράπηκε σε υπερηφάνεια και υποχρέωση.

Το ημερολόγιο έγραφε 8 Φλεβάρη του 1981. Άνθρωποι άτυχοι χάθηκαν για την αγάπη τους στη φανέλα και το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο που παραμένει το πιο ασήμαντο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Θα τους θυμόμαστε για πάντα.

Laurel and Hardy ή “Χοντρός και λιγνός” ~ Το διασημότερο κινηματογραφικό δίδυμο όλων των εποχών

Όλιβερ Χάρντι (Νόρβεν Χάρντι πραγματικό όνομα) και Σταν Λόρερ. Για να γίνω πιο σαφής, ο χοντρός και ο λιγνός. Από την δεκαετία του 1920 μέχρι και τις ημέρες μας, το πιο διάσημο κωμικό δίδυμο του κινηματογράφου και της τένχης γενικότερα.

Δεν ξέρω γιατί αλλά τώρα τελευταία με έχει πιάσει μια έντονη ρετρομανία. Είμαι της άποψης και αυτό όχι από στενοκεφαλιά, ότι η τέχνη έχει εκφυλιστεί τόσο στις ημέρες μας, που σπάνια συναντούμε κάτι για το οποίο αξίζει να αναφερθούμε σε αυτό. Μια ταινία ας πούμε. Αν δεν υπήρχε ο Ταραντίνο τι θα κάναμε;

Ο Νόρβεν Χάρντι ήταν το μικρότερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Γεννήθηκε στα 1892 και μεγάλωσε στην Τζόρτζια των ΗΠΑ. Ο πατέρας του έφυγε πολύ νωρίς απ’την ζωή όταν ο μικρός Νόρβεν ήταν 10 ετών. Η οικογένεια αγαπούσε την μουσική και τις τέχνες κι έτσι σπούδασε τενόρος στην μουσική Ακαδημία της Ατλάντα. Ζύγιζε ήδη γύρω στα 130 κιλά και είχε ύψος κοντά στα 1,90, αλλά ήταν τόσο ευκίνητος, που από όταν πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο (στην ταινία Outwitting Dad – 1914), έπαιρνε ρόλους δύσκολους και απαιτητικούς όσο ενός χορευτή. Λάτρευε άλλωστε τα σπορ και ήταν και ο ίδιος αθλητής από μικρή ηλικία.

Ο θρυλικός επίσης “λιγνός” Σταν Λόρερ (Arthur Stanley Jefferson) γεννήθηκε στο Άλβερστον του Λάνκασερ στην Αγγλία το 1890. Η οικογένειά του είχε παράδοση στις τέχνες και ο μικρός Σταν δεν άργησε να ακολουθήσει τα ίδια βήματα. Από αρκετά νεαρή ηλικία έδειχνε να “ερωτοτροπεί” με την σκηνή, στην θεατρική επιχειρήση που είχαν στήσει οι γονείς (ηθοποιοί και συγγραφείς) μαζί με τον αδερφό του. Ήταν φοβερός στις μιμήσεις και στα νούμερα των κλόουν, μια ικανότητα που τον ακολούθησε σε όλη του την καλλιτεχνική ζωή. Πλαστικές κινήσεις, απίθανες γκριμάτσες, χορευτικό περπάτημα. Έπαιξε στο μιούζικ χολ και το 1910 συνεργάστηκε με τον περίφημο θίασο ποικιλιών του Φρεντ Κάρνο, όπου αντικατέστησε τον Τσάρλι Τσάπλιν σε μία περιοδεία στην Αμερική. Για κάποιο διάστημα μάλιστα συγκατοίκησαν οι δύο κωμικοί. Ο Τσάπλιν, γνωστός για τον ανταγωνισμό και τη μισαλλοδοξία του, δεν ανέφερε ποτέ τον Σταν. Ο Σταν, αντιθέτως, ποτέ δεν είπε κακιά κουβέντα γι’ αυτόν: “Ο Τσάρλι ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο μεγαλύτερος κωμικός στον κόσμο“, δήλωσε κάποτε. Γύρω στα 1916 εγκατέλειψε το επώνυμο Τζέφερσον επιλέγοντας το Λόρελ για ένα βασικό λόγο: το Σταν Τζέφερσον περιείχε 13 γράμματα και, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, ήταν κι εκείνος προληπτικός. Άρχισε να γυρίζει (με τη Universal) πολλές μικρού μήκους ταινίες υποδυόμενος έναν χαρακτήρα που ονομαζόταν Χίκορι Χίραμ και ήταν κουτός χωρικός.

Πριν γνωριστεί το μετάπειτα αχώριστο κινηματογραφικό δίδυμο (χοντός – λιγνός) είχαν συμμετέχει σε αρκετές ταινίες έκαστος. Το δίδυμο δημιουργήθηκε από τον παραγωγό Χολ Ρόουτς, πνευματικό πατέρα -μαζί με τον σκηνοθέτη Λίο Μακ Κάρεϊ- του Χοντρού και του Λιγνού. Πρωτοσυναντήθηκαν στην οθόνη στο The Lucky Dog (1921) και έπαιξαν μαζί και σε άλλες ταινίες, όπως στο Duck Soup (1927), αλλά ως πραγματικό ντουέτο εμφανίστηκαν στο Φορώντας παντελόνια στον Φίλιπ (Putting Pants on Philip, 1927), όπου ο Σταν υποδύεται έναν νεαρό Σκωτσέζο που έρχεται στην Αμερική στον θείο του Όλι. Το 1927 ο Χοντρός και ο Λιγνός γύρισαν 13 ταινίες και το 1928 11 και ως το 1932 εμφανίζονταν σε μικρού μήκους και, ως επί το πλείστον, βουβές. Μεταξύ αυτών οι: Η μάχη του αιώνα, Μουσικοί για κλάματα, Μια τέλεια μέρα (1929), Ο Χοντρός και ο Λιγνός φορτοεκφορτωτές (The Music Box, 1932), που απέσπασε ένα από τα Όσκαρ για μικρού μήκους ταινία εκείνης της χρονιάς, κ.α. Μετά το 1932 άρχισαν την παραγωγή μεγάλου μήκους και ομιλουσών, ανάμεσα στις οποίες ορισμένες από τις πιο απολαυστικές: Ο Χοντρός και ο Λιγνός πάνε στον πόλεμο, Τα παιδιά της ερήμου, Δυο εύθυμοι Σκωτσέζοι, Ο Χοντρός και ο Λιγνός καουμπόηδες, Οι δύο βλάκες, Βάρδα Φουρνέλο, Τα κούτσουρα της Οξφόρδης, κ.α.

Γύρισαν μαζί περισσότερες από 100 ταινίες με βασική τους φιλοδοξία να κάνουν τους ανθρώπους και τα παιδιά να γελούν. Γκαφαδόροι, ρομαντικοί, καλοκάγαθοι, χαζούληδες, οι δύο λατρεμένοι χαρακτήρες κατάφεραν όσο λίγοι ήρωες, να παραμείνουν αναλλοίωτοι στο χρόνο και την επέλαση νέων ηθών στην τέχνη και τη ζωή.

Oliver Hardy & Stan Laurel, 1930’s. Restored by jane for Doctor Macro’s High Quality Movie Scans website: http://www.doctormacro.com. Enjoy!

Την τελευταία τους ταινία τη γύρισαν στη Γαλλία το 1950 (Οι Νέοι Ροβινσώνες). Οι βασιλιάδες του γέλιου ήταν ήδη εξασθενημένοι και κουρασμένοι. Αλλά από τη στιγμή που συναντήθηκαν, τέλη του 1920, ως τη χρονιά που ο Όλιβερ Χάρντι πέθανε παρέμειναν στενά συνδεδεμένοι όχι μόνο γιατί το ντουέτο τους πωλούσε αλλά γιατί ήταν και καλοί φίλοι: “Ο Όλι ήταν σαν αδελφός μου. Νιώθαμε ο ένας τον άλλον, αν και δεν κάναμε συχνά παρέα έξω από τα πλατό. Η ζωή του έξω από το στούντιο ήταν αφιερωμένη στα σπορ και κυρίως στο γκολφ, που λάτρευε. Η δική μου ζωή, ήταν δουλειά και τίποτα άλλο. Μου άρεσε να παρακολουθώ την ταινία σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι δεν μαλώσαμε ποτέ“.

Ο Όλιβερ Χάρντι πέθανε το 1957, ύστερα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 65 χρόνων.

Το 1965, ύστερα από αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια ο Σταν Λόρερ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 χρόνων. Από το κρεβάτι του νοσοκομείου ψιθύρισε στη νοσοκόμα: “Θα προτιμούσα να κάνω σκι από το να βρίσκομαι εδώ!“. “Κάνετε σκι, κύριε Λόρελ“, ρώτησε η νοσοκόμα. “Όχι“, απάντησε. “Αλλά θα προτιμούσα το σκι από αυτό που κάνω τώρα“. Λίγα λεπτά αργότερα έκλεισε τα μάτια του για πάντα.

Δύο αστεροειδείς, οι 2865 και 2866 ονομάστηκαν «Λόρελ» και «Χάρντι» στη μνήμη των Σταν Λόρελ και Όλιβερ Χάρντι.

Μια υπέροχη ιστορία φιλίας, αγάπης και επιτυχίας.

Μια υπέροχη ιστορία για το χαμόγελο των ανθρώπων.

 

Γράφει ο Στάθης Ντάγκας.

Πηγές: wikipedia.org

Κυνηγώντας άχρηστους στόχους

Κάποτε ένας αγρότης είχε ένα σκύλο που είχε το συνήθειο να κάθεται στην άκρη του δρόμου και περίμενε να περάσει κάποιο αυτοκίνητο.

Μόλις εμφανιζόταν κάποιο, έτρεχε γαβγίζοντας προσπαθώντας να το ξεπεράσει. Μια μέρα ο γείτονας ρώτησε τον αγρότη:

«Πιστεύεις ότι κάποια μέρα ο σκύλος θα φτάσει η θα ξεπεράσει κάποιο αυτοκίνητο;».

Ο αγρότης απάντησε:

«Δεν είναι αυτό που με απασχολεί. Αυτό που με απασχολεί είναι το τι θα γινόταν αν κάποια μέρα το κατάφερνε».

can-stop-dog-chasing-cars_bca7beacf1558af0
Πολλοί άνθρωποι στην ζωή συμπεριφέρονται όπως ο σκύλος και κυνηγούν ασήμαντα πράγματα. Συνήθως δε, αυτοί οι στόχοι δεν είναι καν δικοί τους. Είναι των γονιών τους, της οικογένειάς τους ή της κοινωνίας. Και πασχίζουν όλη τη ζωή να καταφέρουν κάτι το οποίο δεν θα έχει κανένα νόημα για τους ίδιους. Ας εξετάσουμε λοιπόν ποιοι είναι οι στόχοι μας και αν είναι πραγματικά σημαντικοί και τότε, μόλις το ξεκαθαρίσουμε aς δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας για να τους πετύχουμε.

__________________

enallaktikidrasi

Να συνηθίζεις…

Tο χειρότερο όλων είναι να συνηθίζεις… Να συνηθίζεις τον πόνο, να βλέπεις τη βαρβαρότητα και να μην σου κάνει εντύπωση καμιά. Να αισθάνεσαι μα να μη νιώθεις το παγωμένο, γυάλινο βλέμμα του ανθρώπου που κάθεται σ’ ένα παγκάκι περιμένοντας το τίποτα.

Το χειρότερο όλων είναι να ζεις μια ζωή σα να ‘βλεπες ταινία. Που οι πρωταγωνιστές είναι οι άλλοι κι εσύ είσαι απλά ο θεατής.Να πιστεύεις πως δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις γιατί σου είναι αδύνατον να μπεις μεσα στο πανί ή ν’ ανέβεις στη σκηνή.

Να συνηθίζεις την εικόνα ανθρώπων που κρυώνουν, ανθρώπων που συνωστίζονται για μια θέση στο συσσίτιο της γειτονιάς σου.

Να φοβάσαι μην τυχόν και χάσεις το σπίτι σου μα να μην περνάει απ’ το μυαλό σου πως κι όλοι αυτοί που χαλάνε την αισθητική της εξουσίας σε πάρκα και πλατείες είχαν κάποτε ένα σπίτι…

Να γνωρίζεις πως τόσοι και τόσοι φίλοι σου κρύβονται γεμάτοι με ντροπή γιατί τους έβγαλαν στην ανεργία και να μη σε πιάνει το στομάχι.

2206Και να περιμένεις. Δίχως να ξέρεις τι να περιμένεις. Υπομονετικά, χωρίς φωνές και γκρίνια… Να περιμένεις να αλλάξει ο κόσμος γύρω σου. Μα να μην κάνεις τίποτα για αυτό… Να περιμένεις τη στιγμή που θα ‘ρθει κι η σειρά σου και να μην κάνεις τίποτα για να το σταματήσεις. Να βλέπεις το παιδί σου να ετοιμάζεται να παλέψει έναν αγώνα δίχως όπλα και να μην το παίρνεις αγκαλιά για να το σώσεις.

Απλά να περιμένεις…

_______________

 ~Στέφανος Μαντζαρίδης

    Πηγή: enfo

Ξεκίνημα με φιλική νίκη στην Σουηδία για τον Κώστα Παναγόπουλο..

Κάτοικος Σουηδίας είναι από τα μέσα του προηγούμενου μήνα ο κόουτς Κωνσταντίνος Παναγόπουλος. Ο 39χρονος τεχνικός που συμφώνησε με την Akropolis Στοκχόλμης και έχει πλέον ξεκινήσει την προετοιμασία ενόψει του νέου πρωταθλήματος. Στην διοίκηση της ομάδας υπάρχουν αρκετοί Έλληνες, πράγμα που φαίνεται άλλωστε και από το όνομα, κι έτσι με την πρόσληψη του Παναγόπουλου επιθυμούν να χτίσουν κάτι καλό και να ανέλθουν από την 3η εθνική κατηγορία στις μεγαλύτερες.

Αναμφισβήτητα πρόκειται για έναν εναλλακτικό προπονητή που έχει περάσει από τον πάγκο του Πανιωνίου, των Τρικάλων, της Λάρισας, του Απόλλωνα Σμύρνης και άλλων συλλόγων. Εκτός από ιδιαίτερος σαν τεχνικός είναι σίγουρα και ένας άνθρωπος που δεν συναντά κανείς εύκολα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, με μια ωραία αντίληψη για τον αθλητισμό και την μπάλα. Αυτή την εμπειρία και την φιλοσοφία θέλουν οι άνθρωποι της Ακρόπολης να “εκμεταλλευτούν” προς όφελος του συλλόγου από την Σουηδία.

Στο πρώτο φιλικό προετοιμασίας μάλιστα για την φετινή σεζόν, που πραγματοποιήθηκε σήμερα, η νέα ομάδα του Παναγόπουλου επικράτησε της Συριανίσκα με 0 – 2.

 

Στάθης Ντάγκας

I Walk The Line..

Ήμουν ακόμη μαθητής δημοτικού όταν ξεκίνησα να περπατώ, κάνοντας ισορροπία πάνω στην γραμμή του τρένου. Δεν είναι ότι κατοικούσα σε ένα σπίτι δίπλα απ’τις ράγες, ήταν απλά αυτή η παράξενη αίσθηση πως αν πέσεις απ’την γραμμή κάτι κακό θα συμβεί που με προκαλούσε. Έστω κι αν η απόσταση από το έδαφος ήταν μόλις μερικά εκατοστά. Τότε στα παιδικά μάτια μου έμοιαζε χάος. Έπεφτα συχνά, έχανα την ισορροπία. Σήμερα στα ανδρικά μάτια μου μοιάζει πάλι χάος. Όσες φορές να το επιχειρήσω ξαναπέφτω συχνά. Χάνω την σταθερότητα.

Πιθανότατα να σιχαίνομαι την σταθερότητα. Ακόμη και σαν έκφραση, σαν λέξη, σαν έννοια μου προκαλεί αηδία. Να μένεις ίδιος, να μη σε επηρεάζουν οι συνθήκες και οι καιροί. Να αδιαφορείς για ότι συμβαίνει δίπλα σου και να μένεις πάνω στη γραμμή, απλά για να μην πουν ότι έπεσες, για να μη σε δει κανείς να γκρεμοτσακίζεσαι. Δίπλα σου μπορεί να σκάνε βόμβες αλλά εσύ στην ευθεία σου. Να προχωράς, τα μάτια μπροστά, ψυχρά, να βλέπεις μόνο την κορυφή στο τέλος του δρόμου.

Δεν την μπόρεσα ποτέ την σταθερότητα που να με πάρει. Όλο έπεφτα μετά από μερικά βήματα και έχω φτάσει να είμαι γεμάτος σημάδια. Σταματούσα στις βόμβες που σκάγανε δίπλα μου, δεν είχα τη διάθεση να κοιτάξω το τέλος του δρόμου. Μα ήταν και είναι αδιάφορο που φτάνει αυτός ο δρόμος. Σημασία έχει το ταξίδι, έτσι δεν έλεγε ο ποιητής; Όταν τριγύρω όλα είναι σκατά τι να την κάνω την κορυφή; Δεν με απασχολεί ή κορυφή, μου προκαλεί εμετό. Τα ψηλά επίπεδα καταξίωσης έτσι όπως έχουν τεθεί απ’τις ανθρώπινες κοινωνίες, είναι μια πλάνη.

Ακόμη περπατώ πάνω στις ράγες και βρίσκομαι στον κόσμο τον δικό μου. Μπορεί να μην έχει τόση βαβούρα έδω, αλλά είναι καθαρά, είναι ήσυχα. Δεν χρειάζομαι άλλους κόσμους, δεν του θέλω. Τους γνώρισα και τους σιχάθηκα.

 

Στάθης Ντάγκας

I walk the line

05/02/17

Εμένα οι φίλοι μου…

…είναι διαφορετικοί μετά την κρίση. Τα γέλια, οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι αγκαλιές, όλα αλλάξανε, λιγοστέψανε, κρυφτήκανε σε ένα θλιβερό καβούκι ανασφάλειας. Εκείνο το χαρακτηριστικό χτύπημα στην πλάτη που έδειχνε μια εξ αρχής ανάγκη να αισθανθείς τον άλλο, χάθηκε κι αυτό. Στη θέση του μπήκε η ελεγχόμενη απόσταση, σαν την ελεγχόμενη χρεοκοπία. Λες και κουβαλάμε όλοι ένα νέο είδος αρρώστιας που μας αποτρέπει από το να πλησιάζουμε τους υπόλοιπους ανθρώπους, μήπως και κολλήσουμε κανένα μικρόβιο. Είναι σα να φοράμε εκείνες τις μάσκες με τις οποίες κυκλοφορούνε οι κάτοικοι περιοχής που έχει υποστεί πυρηνική καταστροφή. Μάσκες. Πολλές μάσκες. Η μάσκα του φόβου, η μάσκα της υποκρισίας, η μάσκα του πόνου, όλοι φορέσαμε κι από μια διαφορετική και βγήκαμε να ξεφαντώσουμε σε τούτο το καρναβάλι της τρέλας, ενώ κανείς δεν μπορεί να δει τα χαρακτηριστικά του άλλου καθαρά. Εμένα οι φίλοι μου…

…φύγανε για τα ξένα. Αφήσανε τη χώρα τούτη καθώς βουλιάζει σαν καράβι πολυτελείας που στην πορεία αποδείχθηκε σάπιο και σαθρό. Φύγανε, όχι γιατί το θελήσανε, αλλά γιατί σπρωχτήκανε με το στανιό στα βαγόνια της ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω μανάδες να στέλνουν πάλι γράμματα. Αφήσανε όμως και τους φίλους τους πίσω. Και η ξενιτιά είναι διπλή όταν ξεριζώνεσαι από τη γη των φίλων. Τι να σου κάνουν τα ρομποτικά ταχυδρομεία, τα άψυχα προσωπάκια σε οθόνες από σκονισμένους υπολογιστές, σε σχέσεις “εξ αποστάσεως”, που ποτέ δεν καλύπτουν τις άμεσες στιγμές σου, εκείνες που θέλεις να ξεσπάσεις, εκείνες που επειγόντως έχεις ανάγκη να βρεις κάποιον και να μιλήσεις. Και χτυπιέσαι και καταριέσαι τη χώρα σου γιατί σου πήρε το μισθό, τη δουλειά, την αξιοπρέπεια, αλλά περισσότερο σε πονά που σου πήρε και τα πρόσωπα εκείνα που μπορούσες να εμπιστευτείς και να ανοιχτείς και να φανερώσεις τα εσώψυχά σου. Εμένα οι φίλοι μου…

…δεν ανοίγονται πια. Καθώς μιλάς μαζί τους, βλέπεις ότι ο νους τους ταξιδεύει μακρυά, και κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, αλλά στην πραγματικότητα δεν λένε τίποτα και δεν ακούνε τίποτα από όσα τους λες. Προσποιούνται ότι συζητάνε, ενώ στην ουσία δε συνομιλούνε με κανέναν άλλο παρά μόνο με τον εαυτό τους. Και τους ρωτάς τις επόμενες ημέρες για εκείνο το γεγονός που σε είχε σακατέψει, που σε προβλημάτιζε, και εκείνοι δεν θυμούνται σχεδόν τίποτα. Και προσπαθείς να προσεγγίσεις την αγωνία τους, να βρεις τα κουμπιά εκείνα που θα ξεκλειδώσουν τις ταμπουρωμένες γωνιές τους, αλλά τότε κλείνονται ακόμα περισσότερο στις μύχιες σκέψεις τους. Είναι λες και δειλιάζουν να δείξουν τις πληγές τους, να τις βγάλουν στο φως, μήπως και θεωρηθούν κι εκείνοι ευάλωτοι, εύθραυστοι και πληγωμένοι. Όχι, δεν γουστάρουν καμία θεραπεία, γιατί, στην τελική, ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που θα τους θεραπεύσεις; Εμένα οι φίλοι μου…

…δεν έχουν χρόνο για φιλίες. Στο λαχανητό της επιβίωσης, η φιλία κατήντησε περιττό περίσσευμα. Θυμίζει πια εκείνα τα παραπανίσια ψώνια που έριχνες στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, εκείνες τις εποχές που τα συναισθήματα και τα πορτοφόλια ήταν παχυλά. Ναι εκείνα τα χαζά και άχρηστα που εσύ τα ψώνιζες σχεδόν ψυχαναγκαστικά για να έχεις την αίσθηση ότι ψωνίζεσαι πλήρως. Οι επαφές των ανθρώπων πλέον μικρύνανε, από καρότσι γίνανε καλάθι, χωράνε πολύ λιγότερους και για σύντομα χρονικά διαστήματα. Μετά τον ελεύθερο χρόνο, το χρόνο για πολιτισμό, για έρωτα, λιγόστεψε και ο χρόνος για τους φίλους. Εδώ δεν έχουμε πια χρόνο για να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, θα σπαταλήσουμε λεπτά και ώρες και δευτερόλεπτα σε ανούσιες φιλικές ενασχολήσεις; Εμένα οι φίλοι μου…

…συμπιέζονται ανάμεσα σε όνειρα και εφιάλτες. Από το πρώτο πρωινό τους ξύπνημα, κουβαλάνε ένα βάρος στην καρδιά, στα βλέφαρα, στην ψυχή τους. Βαραίνουν τα πόδια τους τα ίδια, πάνω στο στίβο του “υγιούς” ανταγωνισμού, των συγκρίσεων και των συγκρούσεων. Τι κατάφερες εσύ, τι δεν πρόλαβα εγώ, σε πόσα τετραγωνικά θέλεις να μετρηθούμε, εντάξει, πως κάνεις έτσι, ήταν ένα απλό πισωγύρισμα αυτό, άλλοι πεθαίνουνε για ένα κομμάτι ψωμί, δεν είναι δα και σπουδαίο που γύρισα πίσω στους γονείς μου, τι στο διάολο θέλεις πια και δήθεν ενδιαφέρεσαι για ΄μένα και με ψάχνεις συνεχώς για να πιούμε έναν γαμημένο αγχωτικό καφέ και να τα πούμε και να μου πεις ότι χάθηκα, ότι χάνεσαι, ότι έχουμε χαθεί. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά. Και πετάνε.

Και χάνονται.

Το κείμενο είναι του Πάνου Μουχτερού και το αναδημοσιεύουμε από το “Κακώς Κείμενα”.

kakoskeimena.net

Ο ρομαντικός εκτελεστής του παγκοσμίου ποδοσφαίρου έχει σήμερα γενέθλια..

Η λατρεία μας για την Λατινική Αμερική είναι δεδομένη, την μαρτυρά άλλωστε και το όνομα που έχουμε δώσει στο περιοδικό και είναι το revista. Η λατρεία μας για το πραγματικό ποδόσφαιρο, εκείνο των πρωταγωνιστών είναι επίσης γνωστή πλέον. Λίγο παραπάνω και ύστερα από τα τοπικά πρωταθλήματα, αγαπάμε το calcio και τους Αργεντίνους ποδοσφαιριστές.

Σήμερα έχει γενέθλια ο μεγάλος στράϊκερ μιας άλλης εποχής που μοιάζει μακρινή, ο Γκαμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα. Γεννημένος μια ημέρα σαν τη σημερινή το 1969 στην Ρεκονκίστα της Αργεντινής, ο ρομαντικός εκτελεστής με τα καταπράσινα μάτια και τα ξανθά μακριά μαλλιά, ήρθε στον κόσμο για να αφήσει το στίγμα του για τα καλά. Σε καμία περίπτωση όταν βρίσκονταν σε μικρή ηλικία δεν επιθυμούσε να γίνει ποδοσφαιριστής. Του άρεσε η φύση, το ψάρεμα και ήταν ένα ήσυχο παιδί. Τελικά όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνον.

Ξεκίνησε την καριέρα του από την Νιούελς το 1988 και όλα από εκεί και ύστερα είναι ιστορία. Από την Νιούελς στη Ρίβερ και από εκεί στην Μπόκα, μέχρι να έρθει τελικά το άλμα στην Ευρώπη με την Φιορεντίνα να τον κάνει δικό της. Εννέα ολόκληρα χρόνια στους “Βιόλα” ήταν ικανά να τον κάνουν τον αθλητή σύμβολο του συλλόγου. Εκατοντάδες γκολ σε καμπιονάτο και Ευρώπη, με τους “μωβ” της Φλωρεντίας εκείνη την εποχή να κάνουν υψηλές πτήσεις σε ευρώπη και Ιταλία και συμπαίκτες κάτι τύπους όπως ο Ρούι Κόστα. Στην Εθνική Αργεντίνης σύντομα έπιασε στην πρώτη θέση των σκορερ τον μεγάλο Ντιέγκο Μαραντόνα, που μαζί συνέθεσαν για κάποια χρόνια ένα φοβερό δίδυμο τύπου Κανίγια – Μαραντόνα.

Το στυλ του διαφορετικό. Ένα μοντέλο κλεισμένο στις 4 γραμμές ενός γηπέδου, με τον γυναικείο πληθυσμό να παραμιλάει για την ομορφιά του και τον ανδρικό με τα καμώματά του στο χορτάρι. Έχει πετύχει μερικά γκολ που δεν πρόκειται να ξαναδούμε, μοναδικής έμπνευσης και πέρα από την ανθρώπινη φαντασία.

Μετακόμισε στη Ρόμα ύστερα από 9 χρόνια στην Φλωρεντία κι ενώ είχε ακολουθήσει την ομάδα της καρδιάς του ακόμη και στην serie B όταν χρειάστηκε. Στη Ρώμη παρέα με τον ποιητή Τόττι, τον Ντελβέκιο, τον Νταμιάνο Τομάζι, τον αεροπλανίνο Μοντέλα, κατάφερε να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα. Οι επόμενοι σταθμοί στην καριέρα του ήταν και οι τελευταίοι με τους Ίντερ για λίγο ως δανεικός αλλά και στο Καταρ, να έχουν την δυνατότητα να τον απολαύσουν.

Ο τελευταίος ρομαντικός πρίγκιπας του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, έκανε ακόμη και τα σίδερα να λυγίσουν όταν αποκάλυψε πως σε όλη την καριέρα του υπέφερε από ατέλειωτους πόνους στα πόδια και τους αστραγάλους. Αρκετές εγχειρήσεις και ιατρικές προσπάθειες που δεν έλυναν τον πρόβλημα της σπάνιας ασθένειας και η σκέψη του ακόμη και για ακρωτηριασμό, ήταν μερικά από τα δεδομένα που μας κάνουν να τον λατρέψουμε ακόμη περισσότερο.

Μεγάλε Μπάτιγκολ, χρόνια πολλά και πάντα χαμογελαστός. Θα σε θυμόμαστε πάντα εμέις των 90΄s, γιατί όσα μας χάρισες ποδοσφαιρικά δεν συγκρίνονται με τίποτα σημερινό.

 

Στάθης Ντάγκας