Σύντομη νυχτερινή ιστορία πάνω απ’την πόλη..

Κάθισε στο τραπεζάκι που είχε σε εκείνη τη στενή και άχαρη βεράντα και κοιτούσε ίσα μπροστά στο μεγάλο κλουβί με τα δύο παπαγαλάκια του.

“Τουλούζ, για πες μου ρε φίλε πως κύλησε η ημέρα σου;” Ο Τουλούζ ήταν το ένα από τα δύο πτηνά που είχε αγοράσει γύρω στα δύο χρόνια τώρα και του έκαναν παρέα. Έπειτα παύση. Άνοιξε μια μπύρα και ήπιε τη μισή με μια ρουφηξιά, με μια έκφραση τεράστιας δίψας.

Στη συνέχεια βάλθηκε να αφήνει την ώρα να περνάει καπνίζοντας και κοιτώντας ευθεία στο κλουβί. Κάπνιζε και πάλι από την αρχή. Μπύρα δεν ήπιε γουλιά επιπλέον.

Έπειτα από αρκετή ώρα που δεν σκέφτονταν τίποτα, παρά μόνο κοιτούσε και κάπνιζε, αναρωτήθηκε μέσα του πως θα ήταν να άνοιγε την πόρτα από το κλουβί των δύο παπαγάλων. Πως θα αντιδρούσαν; Θα πετούσαν μακριά; Κι αν ναι, θα τα κατάφερναν εκεί στους ουρανούς της “ζούγκλας” όπου ζούσε; Εδώ καλά καλά δεν τα κατάφερνε ο ίδιος που πατούσε γη σε ετούτη την πόλη, θα τα κατάφερναν δύο φθηνά πουλιά του εμπορίου που αγόρασε κάποτε για να του κάνουν παρέα;

Ο Ορέστης είχε φθάσει πια τα 35. Δεν του φαίνονταν γιατί θα έλεγε κανείς πως ακόμη ήταν τριαντάρης. Ήταν επιτυχημένος για την ηλικία του. Είχε μια καλή δουλειά, καλά ρούχα, σπίτι για να μένει και μια μικρή βεράντα, καθώς και ένα ζευγάρι παπαγαλάκια, στο κλουβί τους. Τις λίγες ώρες που του έμεναν ελεύθερες δεν είχε άλλο παρά να συζητάει μαζί τους. Σιχαίνονταν εκείνη την πόλη και με τα χρόνια οι παρέες λιγοστέψανε, όλο και περισσότερο. Ήταν όμως ένα καλό σπίτι, είχε αρκετά χρήματα για να πληρώνει την καλωδιακή τηλεόραση και μεγάλο υπολογιστή για να συνδέεται με τον κόσμο.

Αφού το πακέτο με τα τσιγάρα είχε φθάσει σχεδόν στη μέση, ρούφηξε και την υπόλοιπη μπύρα από το μπουκάλι και σηκώθηκε να ξεπιαστεί. Με μια μηχανική κίνηση και χωρίς να κατανοήσει τι τον ωθούσε σε αυτή, άνοιξε την πόρτα από το κλουβί των παπαγάλων, έπιασε τον Τουλούζ, τον κράτησε για λίγο στα χέρια του, του χαϊδεψε απαλά το κεφάλι και τον πέταξε μακριά στον αέρα από τον 3ο όροφο. Ο Τουλούζ αρχικά έμοιαζε να τα έχει χαμένα, τα πρώτα δευτερόλεπτα της “απόπειρας” εναντίον του, από το μέχρι εκείνη τη στιγμή “αφεντικό” του. Έπειτα, όμως, ξεκίνησε να πετά και σύντομα έκανε κύκλους ανάμεσα στα κοντινά μπαλκόνια της πόλης. Όλα αυτά κράτησαν μερικά δευτερόλεπτα και στο τέλος τον είδε από μακριά, παρότι ήταν νύχτα, να αράζει στο κάγκελο του απέναντι ρετιρε. Την ίδια διαδρομή ακολούθησε λίγο αργότερα και η “Μαρί”.

Στα 35 του ο Ορέστης ήταν μάλλον απογοητευμένος από τους ανθρώπους και την κοινωνία. Είχε πίσω του μια σειρά από αποτυχημένες σχέσεις, ερωτικές ή φιλικές, όπως είχε και μια μεγάλη θλίψη από εκείνη που έχουμε όλοι στις ημέρες μας. Μάλλον αυτή είχε να κάνει με το μεγάλο σπίτι, τα καλά ρούχα, το καλό φαγητό, το γρήγορο αμάξι, το στενό μπαλκόνι με το κλουβί, και με τις ειδήσεις από ένα κόσμο που πήγαινε κατά διαόλου κάθε ημέρα, όλο και περισσότερο. Αυτή η πόλη του είχε γίνει ανυπόφορη.

Ο “Τουλούζ” και η “Μαρί” στέκονταν και πάλι μπροστά του, αυτή τη φορά όχι μέσα στο κλουβί αλλά στο κάγκελο του απέναντι ρετιρε. Κοιτούσαν τον Ορέστη και τα κοιτούσε κι εκείνος, ήταν τα αγαπημένα του πουλάκια που είχε αγοράσει πολύ φθηνά σε ένα pet shop παρακάτω πριν κάποιο καιρό. Έδειχαν έξω από τα νερά τους, θα έλεγε κανείς πως τα μάτια τους ήσαν υγρά και συγκινημένα. Θα έλεγε κανείς πως αν ο Ορέστης τα φώναζε, θα γυρνούσαν πίσω για να κλειστούν πάλι στο κλουβί τους, σε εκείνη τη μικρή βεράντα.

Ο Ορέστης έσβησε το τελειωμένο του τσιγάρο, χαμογέλασε και γύρισε μέσα στο σπίτι. Έκλεισε το παράθυρο και ξάπλωσε να κοιμηθεί, η ώρα ήταν πια περασμένη. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό τον επισκέφθηκε ένα αίσθημα ευχαρίστησης, τον πλημμύρισε. Η ελευθερία των φτερωτών φίλων του, η οποία είχε έρθει λίγες μόλις στιγμές πριν ήταν μάλλον, καθώς και το ότι ο ίδιος συνετέλεσε σε εκείνη. Σιγουρεύτηκε και κοιμήθηκε.

Ώρα επτά το πρωί. Ξημέρωσε. Είναι καλοκαίρι ακόμη και τα παράθυρα είναι για να ανοίγουν πρωί και να μπαίνει φως στα σπίτια. Η μικρή βεράντα είναι ακόμη εκεί. Το κλουβί για τους παπαγάλους επίσης. Η πορτίτσα του είναι ανοιχτή μα αυτό δεν δείχνει να απασχολεί διόλου τον “Τουλούζ” και τη “Μαρί” που κελαηδούν αμέριμνοι και καλημερίζουν έτσι τον Ορέστη και τον κόσμο. Η πόλη ξεκινά στους ίδιους ρυθμούς, ο Ορέστης χαμογελά, “η ελευθερία” σκέφτεται, “είναι περίεργη υπόθεση”. Πίνει τον καφέ του, χαιρετά τα φιλαράκια του και φεύγει για τη δουλειά.

Του Σ.Ν. Chinaski

Η τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου..

Σήμερα ξύπνησα και ήταν η τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου. Ακόμη και αυτή τη στιγμή που σας γράφω δεν έχει αλλάξει κάτι. Παραμένει η τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου. Ανέκαθεν κάτι σηματοδοτούσε το ξεκίνημα αυτής της εβδομάδας. Ήταν μάλλον η ψευδαίσθηση για ένα σωρό νέα σχέδια ή η στενοχώρια που για ακόμη ένα καλοκαίρι, ουσιαστικά, δεν έγιναν πράξεις! Τι κρίμα!

Τώρα όμως δεν ξέρω πως να συνεχίσω ετούτο το κείμενο. Δεν θυμάμαι γιατί άνοιξα τον υπολογιστή, αλήθεια. Μια ακατανίκητη επιθυμία έκφρασης που είχα από το πρωί καταπνίγηκε μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα. Και αποφασίζω να σας το αναφέρω καθώς νιώθω, το νιώθω, πως κάπως έτσι είμαστε όλοι τους τελευταίους μήνες. Επιθυμίες που έρχονται και καταπνίγονται θεαματικά, σαν το κύμα που σκάει στο βράχο και γίνεται χίλια κομμάτια, γυρίζει πίσω και με ορμή πάλι σπάζει τα μούτρα του.

Οι μάσκες φαίνεται τελικά να έχουν κάνει τη δουλειά τους. Δεν είναι μόνο η προστασία που προσφέρουν καθώς λένε οι επιστήμονες, είναι και κάτι ακόμη πιο θλιβερό. Αποξενώνουν ένα κόσμο από πριν ξένο. Είμαστε ξένοι! Μέσα στο σπίτι, στη δουλειά, απέναντι από ανθρώπους γνωστούς ή κάποτε δικούς μας. Άγνωστοι, ακόμη και σε σχέση με τις σκέψεις ή τα σχέδια μας, που έρχονται και φεύγουν σαν να τα είχε κάνει κάποιος άλλος και όχι εμείς.

Έχω μια τεράστια περιέργεια για το πως θα είναι τότε που θα πέσουν οι μάσκες. Τι θα έχει απομείνει; Τι κουσούρια θα αφήσει πίσω του το λάστιχο που πιέζει τα αυτιά, πέρα από το προφανές; Μερικές φορές με τρόμαζε αυτός ο κόσμος.

Τώρα με τρομάζει περισσότερο..

Θα μάθω να τρέχω ξανά..

Και τώρα για πες μου, σου έχει τύχει καμία φορά να διαλυθείς από ή για άνθρωπο; Κάπου διάβασα ένα απόφθεγμα του Φρόϋντ στο διαδίκτυο που έλεγε ότι ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν είναι πιο ανυπεράσπιστος απέναντι στον πόνο, όσο όταν πρόκειται για τον πόνο της αγάπης . Ξέρεις το σκεφτόμουν για αρκετή ώρα έπειτα. Έλεγα μέσα μου πως δεν μπορεί ολόκληρος επιστήμονας να είχε δηλώσει κάτι τέτοιο. Υπάρχουν αρρώστιες, φτώχεια,  πείνα, σωματικοί και ψυχικοί άλλοι πόνοι δυσθεώρητοι. Πως γίνεται η αγάπη να προκαλεί κάτι τόσο πιο δριμύ; Κατόπιν κατέληξα πως γίνεται..

Ήθελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω. Ήθελα να φέρω τον κόσμο στα πόδια σου, να απλώνεται μπροστά σαν χαλάκι κι εσύ, αφού θα τον είχες τόσο κοντά, θα πρόσεχες κάθε βήμα, θα έβλεπες όλες τις παγίδες στο σχέδιο, θα απέφευγες τις κακοτοπιές για να μη σκοντάψεις. Ήθελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω και ακόμη πιστεύω πως μπορούσα να το κάνω. Αν με άφηνες..

Η ζωή είναι ένα ποδήλατο. Ανεβαίνεις πάνω και μέχρι να μάθεις ισορροπία τρως τα μούτρα σου κάθε τόσο. Σαν καμία φορά νομίζεις πως τα πηγαίνεις καλύτερα, ακόμη και σούζες δηλαδή μπορείς να κάνεις, απολαμβάνεις την βασιλική αίσθηση της νίκης, «εγώ είμαι», «δείτε με πως τα καταφέρνω», «ζωή, αυτή ήσουν;», «σε έχω για πλάκα», μερικές σκέψεις περνάνε από το μυαλό σου καθώς τρέχεις γρήγορα προς το τίποτα. Σβήνουν αμέσως με την πρώτη τούμπα που θα έρθει σίγουρα παρακάτω, καθώς οι σούζες είναι επικίνδυνα πράγματα και κακώς έκανε η μητέρα σου αν δεν στο είχε πει όταν ήσουν παιδί. Εμένα πάντως μου το είχε πει, “μην κάνεις σούζες”, “θα χτυπήσεις”. Δεν την είχα ακούσει..

Δεν κατάφερα ποτέ να σε εντυπωσιάσω. Το πάλεψα με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Είχα σχεδιάσει η ψυχή σου να μείνει πεντακάθαρη στο πέρασμά μου, είχα στόχο μόνο το χαμόγελό σου. Δεν ξέρω αν αυτό στο είχα πει. Όταν εσύ χαμογελούσες, ακόμη δηλαδή και στη σκέψη πως χαμογελούσες, εγώ δεν πονούσα από αγάπη. Δεν πονούσα σε καμία πτώση από το ποδήλατό μου. Ήθελα η ψυχή σου να μείνει πεντακάθαρη μα δεν κατάφερα ποτέ να σε εντυπωσιάσω, δεν έτυχε ποτέ να σου το πω..

Χθες το πρωί που σηκώθηκα από το κρεβάτι κάθισα απέναντι από τον καθρέπτη μου και κοιταζόμουν για αρκετή ώρα. Ξέρεις πόσο καιρό είχα να το κάνω αυτό; Είχα ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά. Καθώς λοιπόν κοιτούσα τη μάπα μου στο γυαλί, δεν ένιωσα τίποτα. Ματαίως προσπαθούσα να βρω ομοιότητες με ότι πίστευα για εμένα ότι είμαι. Μάταια έψαχνα να βρω στο πρόσωπό μου τις σκέψεις και την ποιότητα που θεωρούσα μέχρι εκείνη τη στιγμή ότι υπήρχε στο μυαλό μου. Μου έκανε τρομερή αίσθηση αυτό που έβλεπα. Μερικές άσπρες τρίχες άρχισαν να φαίνονται στα γένια μου, όχι πολλές αλλά μερικές. Κάποιες  ρυτίδες αμυδρές στο μέτωπό μου. Ευτυχώς ακόμη τα μάτια μου ήταν μεγάλα, μα αλήθεια, τι γίνεται με εκείνο το υπέροχο μυαλό; Άραγε υπάρχει ακόμη;..

Ακόμη κι αν δεν κατάφερνα να σε εντυπωσιάσω, ήθελα να με θυμάσαι σαν κάτι ξεχωριστό. Πίστευα το πρόσωπό μου θα το συνέδεες με κάτι που δεν συναντά κανείς εύκολα σε ετούτο τον κόσμο. Έστω κι αν δεν είχες μάθει ακόμη τι σημαίνει κόσμος, ήθελα να είμαι το παράδειγμα, ο μέγας ανατολικός, ο τελευταίος μπιτ καλλιτέχνης που είχες κάποτε την τύχη να γνωρίσεις εσύ, μόνο εσύ και κανένας άλλος. Ήθελα να είμαι κεκτημένο, σαν ένα κερδισμένο δελτίο τζοκερ που συμπλήρωσες και κέρδισες εσύ. Μόνο εσύ..

Το καλοκαίρι ήρθε με υποσχέσεις και όπως πάντα εγώ το περίμενα. Σε λίγο θα έχει τελειώσει και αυτό, σε λίγο, θα είναι ένα πανομοιότυπο καλοκαίρι με το περασμένο. Δεν ξέρω, αυτός ο πόνος που έλεγε ο Φρόϋντ δεν λέει να με εγκαταλείψει. Είναι μάλλον που δεν έχω ακόμη καταφέρει να σε εντυπωσιάσω. Είναι που η ζωή ξέρει και πως ακόμη και να την εμπιστευτείς όπως έλεγε ο Ρένος στα «Φθηνά Τσιγάρα», εκεί κάπου κοντά στα τέλη των 90’s, όταν είναι να σε ρίξει από το ποδήλατο, σε ρίχνει. Δεν πάει να είσαι άσσος στην ορθοπεταλιά.

Αυτό που ήθελα ήταν να σε εντυπωσιάσω. Δεν ξέρω γιατί δεν τα κατάφερα. Το μόνο που ξέρω είναι πως αγαπούσα την ψυχή σου, τον τρόπο που μιλούσες με γρηγοράδα, τη βιασύνη σου για ζωή, τις επιστροφές σου και τις αμφιβολίες σου. Ξέρω ότι ήσουν ένα τζόκερ που δύσκολα θα μπορούσα να κερδίσω, ακόμη κι αν το άξιζα..

Όλα γυρίζουν, μου ψιθυρίζουν πως η ζωή `ναι κάπου αλλού.

Γράφει ο Χένρι Τσινάσκι

Άνθρωποι κι ένα κακό μου συνήθειο..

Είχα το κακό συνήθειο ή τέλος πάντων χαρακτήρισε το όπως θέλεις, να «τεστάρω» ανθρώπους. Ξέρεις η πρώτη εντύπωση ήταν πάντοτε σημαντική, μα τα επίπεδα ανθρωπιάς, αλήθειας, χαρακτήρα ή χημείας, βγαίνουν στην πορεία και είναι πράγματα αυταπόδεικτα, χρειάζονται δράσεις δηλαδή συγκεκριμένες, δεν στέκονται στα λόγια ούτε στις εντυπώσεις.

Μαζί με τους άλλους τεστάριζα κι εμένα, μέσα από διάφορες καταστάσεις που είτε βίωνα, είτε επεδίωκα να βιώνω. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να με καταλάβω και ήταν επίπονη διαδικασία. Μου είχε καρφωθεί  στο μυαλό εκείνο το «αν είναι να προσπαθήσεις πήγαινε μέχρι τέλους..» που έγραφε ο Μπουκόβσκι  στο “factotum” ή «ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές». Έγινα ο ίδιος άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Υπήρξαν στιγμές που αισθανόμουν βασιλιάς κι έλεγα μέσα μου “life is good”, είχα καλή απασχόληση, σπουδαίες γυναίκες, καλό φαγητό, αυτοκίνητο και προοπτικές. Υπήρξαν και άλλες όμως, τις οποίες αλήθεια, αρκετές τις  επεδίωξα κάπως σαν ψυχολογικό πείραμα ας πούμε, που ήμουν άνεργος, χωρίς δεκάρα στην τσέπη, που χρωστούσα, που δυσκολευόμουν γενικότερα. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να δυσκολεύεσαι μερικές φορές. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες μαθαίνεις το εγώ σου και ξεχειλώνεις όλα τα επίπεδα γνώσης του. Σε τέτοιες συνθήκες επίσης είναι που μαθαίνεις και τους άλλους, καθώς στα ωραία και τα χαρούμενα όλοι είναι εκεί χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Στη δυσκολία κρύβεται μεγάλη δόση ελευθερίας.

Έτσι λοιπόν με τα χρόνια ήρθε η στιγμή να βαθμολογήσω τα γραπτά τεστ  που είχα πραγματοποιήσει. Ο βαθμός δεν βγήκε καλός. Κομμένοι και μάλλον όχι μεταξεταστέοι μου εμφανίστηκαν αρκετοί και για να είμαι ειλικρινής, ήταν κάτι που δεν μου προξένησε εντύπωση αλλά και ούτε κάποιο αρνητικό συναίσθημα. Έπρεπε να «κοπούν» στο τεστ!

Εκείνοι που πέτυχαν στις εξετάσεις τους ήταν ελάχιστοι. Οι περισσότεροι δεν ήταν αυτοί που θα περίμενε κάποιος να είναι αρχικά. Δεν σου το γέμιζαν το μάτι στην πρώτη εντύπωση. Δεν στάθηκαν μάλιστα στην επιτυχία τους και συνέχισαν στην καθημερινότητα σαν να επρόκειτο για ένα αέναο τεστ που δεν έχει τέλος. Βρέθηκαν δίπλα για να σε κεράσουν ένα τσιγάρο και να πείτε δύο κουβέντες  μια κρύα νύχτα του χειμώνα, κάπου έξω στο δρόμο. Έλεγαν καλημέρα πρώτοι και καληνύχτα τελευταίοι, κάθε ημέρα. Ρωτούσαν πως τα είχες πάει στη δουλειά, την όποια δουλειά κι αν ήσουν κουρασμένος. Ακόμη κι αν δεν εργαζόσουν βέβαια, σου έλεγαν «πιστεύω σε εσένα, θα τα καταφέρεις..». Σε έκαναν να νιώθεις σαν θεός ενώ ήξερες πως ήσουν ένα τίποτα και όλα μαζί. Ήταν οι πρώτοι που σου έστελναν χρόνια πολλά την πρωτοχρονιά, που τους ένοιαζε η ιστορία σου, που δεν κοιμόντουσαν τις νύχτες για να σου κρατήσουν συντροφιά. Κι όταν τελικά τα κατάφερες δεν έφυγαν! Ακόμη κι όταν είχαν κάθε λόγο να φύγουν. Ακόμη κι όταν ήταν ανέφικτο να μείνουν, είχαν βρει το τρόπο να μείνουν για πάντα εκεί. Όσο κι αν πονούσε ή αν πονάει είχαν βρει ένα τρόπο να μη φεύγουν. Ποτέ.

Είχα το κακό συνήθειο να «τεστάρω» ανθρώπους και μαζί τους κι εμένα. Μέσα από αυτό το κακό συνήθειο πήρα την μεγάλη χαρά. Υπάρχουν ακόμη! Βρίσκονται εκεί έξω. Σπάνε τα μούτρα τους όμως παλεύουν και βρίσκονται εκεί έξω. Δεν τους πιάνει το μάτι σου, λες “δεν μπορεί”. Κι όμως υπάρχουν και θα έρθει μια ημέρα που θα τα έχουν καταφέρει οριστικά. Είμαι ήδη υπερήφανος για εκείνους..

  • Θα τα ξαναπούμε καθώς θα είναι ώρα..

Γράφει ο Σ. Ν. “Chinaski”

Ένας κανονικός άνθρωπος!

Ήταν πια ξεκάθαρο. Είχε αρχίσει να του στρίβει ή πως αλλιώς να εξηγούσε όλα αυτά που του συνέβαιναν. Ήταν καλοκαίρι και δεν ήθελε να βγαίνει τις νύχτες  για ποτό. Προτιμούσε να φοράει σορτσάκια και να τρέχει στις παραλίες, κοιτούσε άστρα και αν τον παρατηρούσες, ήταν λες και τον ρουφούσε με κάποιο μαγικό και συνάμα τρελό τρόπο ο ουρανός. Δεν αγόραζε ακριβά ρούχα, δεν έψαχνε πια να βρει του φίλους του, αγαπούσε παράφορα το ποδήλατό του. Διάβαζε, διάβαζε και χαμογελούσε κάθε τόσο όταν έβρισκε μέσα σε εκείνες τις σελίδες, των μεγάλων συγγραφέων, χαρούμενες ατάκες. Ταξίδευε καθημερινά σε μέρη από ολάκερη τη γη. Μια πάνω στη μοτοσυκλέτα του Τσε στο μακρινό Περού, «ποδερόσα» έτσι την έλεγαν, την άλλη στους καταρράκτες της Έδεσσας παρέα με τον Λουντέμη στα φτωχικά του χρόνια, και τέλος έφθανε στο ηλιόλουστο Λος Άντζελες του θείου Τσαρλς, παρέα με μια χούφτα κατατρεγμένους. Το χειρότερο δε από όλα ήταν τούτο και μα το θεώ φοβάμαι κάπως ακόμη και να σας το εξομολογηθώ. Δεν ανέβαζε ούτε μια φωτογραφία με το πρόσωπό του στα social media. Καθόλου, ούτε μια, τι ντροπή;

Την ίδια στιγμή που από μπροστά του περνούσαν όλες οι εποχές  με τους ανθρώπους μόνο να φαίνονται, όχι να υπάρχουν ουσιαστικά μέσα σε εκείνες, την ίδια λοιπόν στιγμή ο ήρωας μας  απουσίαζε από την εικονική πραγματικότητα, μάζευε νερό από τις πηγές του Μαύρου όρους, στα αλήθεια ρε σας λέω, του είχε στρίψει εντελώς. Άλλοτε κάθονταν στη ράχη ψηλά στο «Μάτι» που λέμε και αγνάντευε την απλωσιά μπροστά του. Έπαιρνε βαθιές ανάσες και μάζευε ρίγανη λίγο παραδίπλα. Τους χειμώνες πήγαινε πάλι στο χωριό κι έβγαζε τα πρόβατα, τα γαλάρια, για βοσκή για να βοηθήσει τη γιαγιά του. Τα πρόσεχε τα ζωντανά, κάποιες φορές είχε ξεγεννήσει κιόλας μερικά σαν να ήταν γιατρός. Έπειτα ο καιρός ζέστενε ξανά και κατέβαινε στις θάλασσες, έπεφτε μέσα και κολυμπούσε, ούτε μια φορά δεν έβγαλε φωτογραφία τα πόδια του και το βρεγμένο του μαλλί. Ήταν δράμα η κατάστασή του σας λέω, πιστέψτε με.

Στη δουλειά του ανέφερε συνέχεια μια έκφραση, «δικαιοσύνη και σεβασμό για όλους κι από όλους». Δεν είχε ξανακουστεί ποτέ κάτι τέτοιο και  γι’αυτό δεν κράτησε πολύ. Αδιάφορο το ποια δουλειά ήταν.  Μέχρι και στις «μαχαιριές» που δέχονταν συνήθως πίσω από την πλάτη του, ούτε που γύρισε να τις κοιτάξει. Έσταζε το αίμα σαν ποτάμι και δεν τον άγγιζε, ήταν σαν θεός, ένα μισότρελος θεός όλο χαμόγελο και ευγένεια.

Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν η επιστήμη αποφάνθηκε: «Σηκώνουμε τα χέρια μας ψηλά», είπαν οι γιατροί. “Ετούτος εδώ είναι άνθρωπος, είναι κανονικός άνθρωπος.” “Δεν ξέρουμε αν μπορείτε να το καταλάβετε.” “Άνθρωπος.”

Ήταν πια ξεκάθαρο, του είχε στρίψει, κάτι κακό του είχε συμβεί..

Γράφει ο Σ.Ν “Chinaski”

Η μεγάλη συμφορά του φαίνεσθαι..

…Σε κάθε περίπτωση, η μεγάλη συμφορά τού φαίνεσθαι με μείωσε πάντα απέναντι στο αληθινό. Δεν είναι αναγκαίο να δίνεσαι στους άλλους, αλλά μόνο σε όσους αγαπάς. Γιατί τότε δεν δίνεται κανείς για το φαίνεσθαι, αλλά μόνο για να δίνει.

•Αλμπέρ Καμύ

Η τελευταία φορά..

Εκείνη τη νύχτα τα είχε καταφέρει, θα τον συναντούσε με τον τρόπο που ήθελε, θα μπορούσε να καθίσει δίπλα του και να τον ακούσει να μιλάει με εκείνη τη φωνή που ονειρεύονταν από καιρό, από τότε που άκουγε τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο. Είχε πάρει την απόφαση να παραμερίσει το φόβο για το άγνωστο, εκείνο το βράδυ θα το θυμόταν για πάντα. Του έστειλε μήνυμα “το βράδυ στις 2 κάτω από το πευκάκι, στην ακρογυαλιά”. Εκείνος το σκέφτηκε αρκετά μα τελικά ενέδωσε. Εκείνη ένα όνειρο. Εκείνος στη μέση, με μια χούφτα πολέμους στην πλάτη του κι άλλες τόσες πληγές. Το ήξερε από την αρχή πως αυτή έμοιαζε με μεγάλη ιστορία, ότι δεν ήταν κάτι εφήμερο, και πως πιθανότατα θα έμπαινε τελικά σε έναν ακόμη πόλεμο η έκβαση του οποίου, αυτή τη φορά, δεν θα ήταν σίγουρη.

Κάθισαν μέχρι σχεδόν που ξημέρωνε κάτω στην παραλία, δίπλα – δίπλα και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων. Της έδειχνε τα αστέρια που έπεφταν και διάφορα τέτοια ρομαντικά, που εκείνη τη στιγμή του έβγαιναν αυθόρμητα, χωρίς καθόλου να τα σκεφθεί. Άρχισε κιόλας να του αρέσει, άρχισε κιόλας να αισθάνεται τα βέλη να του τρυπάνε το κορμί και το μυαλό. Ξαφνικά έσκυψε και τη φίλησε. Είχε φιλήσει αρκετές γυναίκες στη ζωή του μέχρι τότε, όμως του φάνηκε σα να φιλούσε για πρώτη φορά. Ο νους του δεν μπορούσε να συλλάβει την ομορφιά της στιγμής, σχεδόν πίστεψε πως επρόκειτο για ψέμα ή για μια ταινία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ήταν πρωταγωνιστής. Σε λίγο έπρεπε να φύγουν. Ανέβηκαν στη μηχανή του και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι της. Καθώς την αποχαιρετούσε με ένα ακόμη φιλί και μερικά χάδια εκείνη του είπε: “Μη με αφήσεις ποτέ πάλι να επιστρέψω μόνη στο σπίτι.” Τον καληνύχτισε και την είδε να χάνεται μετά από λίγο στο σκοτάδι που ήταν ακόμη διάχυτο.

Όταν επέστρεψε με τη σειρά του στο δικό του σπίτι και ξάπλωσε στο κρεβάτι, αδυνατούσε να ελέγξει την ευτυχία που ένιωθε και είναι σίγουρο, ότι κοιμήθηκε και ξύπνησε με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Αγνοούσε μόνο κάτι σημαντικό. Δεν θα την ξαναέβλεπε ποτέ πια. Από εκεί και ύστερα η ζωή του έγινε ένα μαρτύριο ανυπομονησίας και σκέψεων. Κανένα τηλέφωνο δεν αντιστοιχούσε στο δικό της. Κανένα μήνυμα δεν υπήρχε από την περασμένη βραδιά. Δεν την αντίκρυσε ποτέ πάλι, παρότι την έβλεπε συχνά να περνά δίπλα του, να χαμογελά, να ερωτεύεται, να δείχνει στενοχωρημένη ή άλλοτε ευτυχισμένη. Είχε δίκιο, δεν ήταν μια απλή ιστορία για εκείνον, ήταν κάτι μεγαλύτερο, κάτι πιο τρομακτικό για την ηρεμία που πάντα επεδίωκε. Συχνά σκέφτονταν πως όλα τα είχε φανταστεί και πως στην πραγματικότητα τίποτα δεν συνέβη. Απλά η φαντασία του..

Τα χρόνια πέρασαν και πολλές στιγμές έφυγαν μαζί τους. Εκείνη η νύχτα για εκείνον απέμεινε ένα όνειρο. Η ομορφότερη βραδιά που έζησε ανάμεσα σε άλλες όμορφες βραδιές. Το παράδειγμα που έψαχνε από μικρός για να μπορέσει κάποτε να εξηγήσει τι είναι έρωτας, θαύμα, παράδεισος και τι κόλαση. Τα κατάφερε..

Σύντομες ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί. Ή μπορεί και όχι.

Γράφει ο Στάθης Ν. “Chinaski”

Τι μου έμαθε η “καραντίνα”..

Η καραντίνα πέρασε, σε λίγο δεν θα υπάρχουν ούτε εκείνες οι απογευματινές ανακοινώσεις με ιατρικούς όρους, σε λίγο θα έρθει ο λογαριασμός και από ότι φαίνεται, ήδη, θα είναι παραφουσκωμένος. Μείναμε μέσα. Και όσο μέναμε μέσα γίνονταν “πραγματάκια”. Αναμενόμενο θα μου πείτε, αναμενόμενο θα σας πω κι εγώ. Οπότε δεν θα καταπιαστώ περισσότερο στο παρόν.

Εκεί που στέκομαι λιγάκι παραπάνω είναι η επίδραση του “εγκλεισμού” στην ψυχολογία μας, αλλά και τα λίγα θετικά που μπορεί να αποκόμισε κάποιος από όλη αυτή την ιστορία. Προσωπικά το μόνο θετικό που μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή, είναι το “ξεκαθάρισμα”. Είδα ανθρώπους! Και δεν εννοώ τους “είδα από κοντά ή συναναστράφηκα μαζί τους”. Όχι! Εννοώ πως είδα ανθρώπους μέσα από εμένα τον ίδιο, από μια διαφορετική οπτική γωνία, πιο καθαρή. Η γωνία αυτή ας πούμε ότι δεν υπήρχε πριν την καραντίνα.

Σε συνθήκες εγκλεισμού δεν έχεις πάρα πολλά πράγματα να κάνεις. Κάθεσαι και σκέφτεσαι. Έπειτα κάθεσαι και ξανασκέφτεσαι και έτσι προχωράει το πράγμα μέχρι το σημείο της ενδοσκόπησης τελικά. Παρατηρείς στιγμές που ανασύρεις από τον σκληρό δίσκο της μνήμης σου, με τέτοιο τρόπο και αυτό οφείλεται στην ηρεμία φυσικά, που πριν δεν μπορούσες. Οι στιγμές μπορεί να είναι τοπία, αλλά μπορεί να είναι και ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί παρέα με άλλους ανθρώπους.

Αυτή η κρίση των δύο μηνών, μπορεί η ιστορία στο μέλλον να την κρίνει με όρους όχι καλούς, δεν ξέρω γιατί το πιστεύω αυτό όμως έτσι λέει η διαίσθησή μου. Μπορώ όμως να βρω ένα θετικό. Με γλίτωσε από τη σκαρταδούρα την πιο κατάλληλη στιγμή. Δεν έκανα τίποτα περισσότερο από το να είμαι παρατηρητικός. Απλώς παρατηρητικός.

Ποιος είναι άνθρωπος; Ποιος νοιάζεται πραγματικά για τους άλλους; Ποιος είναι μισάνθρωπος; Ποιος είναι ηλίθιος; Ο έλληνας είναι έξυπνος ή υποχείριο; Ο φόβος μέχρι που μπορεί να διαβρώσει τις ανθρώπινες σχέσεις; Ποιος ο ρόλος της πολιτικής και η επίδραση στις ζωές μας; Υπάρχει ελπίδα; Το χρήμα είναι τόσο σημαντικότερο από οτιδήποτε άλλο πάνω σε αυτό τον πλανήτη; Μερικές από τις απορίες μου που έπειτα κατέληξαν σε μερικά συμπεράσματα. Μερικά από αυτά όχι και τόσο ελπιδοφόρα αλλά οκ.

Στον προσωπικό τομέα ευεργεσία! Αν μπορώ να παραδεχθώ κάτι είναι πως ήμουν για χρόνια τυφλός και κατάφερα να δω. Ναι, παραδόξως, εν μέσω μιας δύσκολης συγκυρίας ξαναβρήκα το φως μου. Κι αυτό που θα θυμάμαι στο εξής, είναι πως μπορεί ποτέ να μη μάθω τους ανθρώπους, όμως ποτέ πάλι δεν θα αφεθώ να πιστέψω χωρίς κόπο σε εκείνους. Η εποχή μας είναι φαινομενική. Φαινομενική διάολε..

Γράφει ο Στάθης Ν. “Chinaski”.

Y.Γ: Είναι μερικά ψέματα που κοστίζουν μια ζωή.

Τάσος Λειβαδίτης: “Όλα όσα αρνηθήκαμε..”

Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς

την πρώτη ημέρα που διαστάσαμε

να πάρουμε μιαν απόφαση

ή που σταθήκαμε εύκολοι σε μιαν αναβολή.

Όλα όσα αρνηθήκαμε,

αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

Τάσος Λειβαδίτης

Η όμορφη εκδίκηση των λουλουδιών..

Δες που ύστερα από τόσο καιρό, από τότε δηλαδή που φτιάχναμε το ανθολόγιο στο δημοτικό, επιστρέψαμε να παρατηρούμε τα φυτά, τα λουλούδια ξανά, να τα φωτογραφίζουμε, να τα μυρίζουμε από κοντά. Δες που ακόμη και αυτή τη μαγική διαδικασία ήρθε ο φόβος για να μας την υπαγορεύσει. Δεν είναι λίγο άδικο για όλη αυτή την ομορφιά εκεί έξω; Δεν είναι λίγο άδικο να τη θυμόμαστε μονάχα από φόβο; Λες αύριο – μεθαύριο να υπάρχει λιγότερο πλαστικό πεταμένο από τα παράθυρα αυτοκινήτων εκεί που φυτρώνουν λουλούδια; Ω, κάτι τέτοιο θα έμοιαζε με επανάσταση! Την επανάσταση του πράσινου απέναντι στο ασυνείδητο.

Φωτογραφία: revista.gr