Σιγά μην κλάψω..

Οι άνθρωποι φίλε βλέπουν και αντιλαμβάνονται πάντα μόνο όσα εκείνοι θέλουν να αντιληφθούν. Στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι αδιάφορη η ιστορία του καθενός δίπλα τους. Μα τι σημασία έχει που αναπνέουν τον ίδιο αέρα, ή που είναι από τα ίδια ακριβώς υλικά φτιαγμένοι; Οι άνθρωποι έχουν φτιάξει τα προσωπικά τους καλούπια και μέσα εκεί στιβάζουν τις ζωές τους. Σε μικρά – μικρά τετραγωνάκια, τακτοποιημένες, όπως οι κούτες μιας μετακόμισης.

Όσο εξελίχθηκε το είδος εξελίχθηκε, τώρα έχει αντίστροφη πορεία η ανθρωπότητα. Όσο κι αν παλέψεις για να αποδείξεις ότι δεν χρειάζεται να συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότερο κλείνεται στα τετραγωνάκια της, τόσο περισσότερο γελοία καρικατούρα μοιάζεις.

Μα αν θέλεις να λογίζεις τον εαυτό σου για σύγχρονο που έχει απο καιρού αποτινάξει το εγώ του, τέτοια φαινόμενα ολοκληρωτικά δεν πρέπει να σε επηρεάζουν. Δεν θα ήταν το λογικό δηλαδή.

Να κάνεις πάντα αυτό που αισθάνεσαι ως σωστό. Να λες ότι νοιώθεις χωρίς φόβο, χωρίς πάθη. Να κοιτάζεις βέβαια τα λόγια σου να μην πληγώνουν, αλλά να μη ζορίζεσαι με το να κρατάς τις αλήθειες στα έγκατα της ψυχής σου, φυλακισμένες. Γιατί τότε θα γίνεις κι εσύ ένα μικρό τετραγωνάκι. Ένα τετραγωνάκι σε αυτόν τον απίστευτα τεράστιο και τόσο μικρό κόσμο.

Μη γίνεις ποτέ ένα τετραγωνάκι, ότι κι αν σου κοστίσει.

 

Στάθης Ντάγκας

 

Δεύτερη ζωή δεν έχει..

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία;

Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα ʽναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Whitney Elizabeth Houston – Η Φωνή!

Αμερικανίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός. Την αποκαλούσαν «Η Φωνή» για τις απίστευτες δυνατότητες και την ποιότητα της φωνής της, που την ανέδειξαν ως μία από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες της ποπ μουσικής. Το 2009 μπήκε στο Βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες, ως η τραγουδίστρια με τα περισσότερα βραβεία, συνολικά 415. Οι πωλήσεις των δίσκων της ξεπερνούν τα 170 εκατομμύρια αντίτυπα, παγκοσμίως.

Η Γουίτνεϊ Ελίζαμπεθ Χιούστον (Whitney Elizabeth Houston) γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου 1963 σε μία μεσοαστική γειτονιά του Νιούαρκ της πολιτείας του Νιου Τζέρσεϊ. Ήταν το τρίτο και νεώτερο παιδί του Τζον Χιούστον, στελέχους στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας και της τραγουδίστριας των γκόσπελ Σίσι Χιούστον. Η νεαρή Γουίτνεϊ ακολούθησε από νωρίς την οικογενειακή παράδοση. Εκτός από τη μητέρα της και οι εξαδέλφες της Ντιόν Γουόργουικ και Ντι Ντι Γουόργουικ, ασχολούνταν επαγγελματικά με το τραγούδι, όπως και η νονά της, η σπουδαία Αρίθα Φράνκλιν.

Στα 11 της άρχισε να τραγουδά στην παιδική χορωδία της ενορίας της και στα 15 συνόδευε τη μητέρα της σε συναυλίες, αλλά και καλλιτέχνες, όπως ο Λου Ρολς και η Τσάκα Καν. Παράλληλα, ασχολείτο με το μόντελινγκ και συμμετείχε ως ηθοποιός σε τηλεοπτικές σειρές. Το 1982, στην πρώτη της ηχογράφηση ως τραγουδίστρια, συμμετείχε στον δίσκο One Down του πειραματικού τζαζ-φανκ σχήματος Material, του οποίου ηγείτο ο Μπιλ Λάσγουελ. Την επόμενη χρονιά ο πρόεδρος της Arista, Κλάιβ Ντέιβις, την άκουσε να τραγουδά σε ένα νάιτ-κλαμπ και την ενέταξε στο δυναμικό της εταιρείας του. Το πρώτο της σινγκλ ντουέτο με τον Τέντι Πέντεγκρας κυκλοφόρησε το 1984 με τίτλο Hold Me, χωρίς να καταφέρει να γνωρίσει επιτυχία.

Στις 14 Μαρτίου 1985 κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ, με τίτλο Whitney Houston, για πολλούς το καλύτερό της. Το πρώτο σινγκλ Someone for Me πέρασε απαρατήρητο. Το δεύτερο You Give Good Love αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της και τα τρία επόμενα (Saving All My Love for Me, How Will I Know, The Greatest Love of All) ανέβηκαν στο Νο1 και εκτόξευσαν τη φήμη της. Ο δίσκος πούλησε 13 εκατομμύρια αντίτυπα, ρεκόρ για πρωτοεμφανιζόμενη καλλιτέχνιδα.

Και το δεύτερο άλμπουμ της με τίτλο Whitney, που κυκλοφόρησε στις 2 Ιουνίου 1987, σημείωσε μεγάλη επιτυχία κι έγινε το πρώτο άλμπουμ από τραγουδίστρια που πήγε απευθείας στο Νο1 του αμερικάνικου πίνακα επιτυχιών. Τέσσερα τραγούδια από το άλμπουμ (I Wanna Dance with Somebody (Who Loves Me), Didn’t We Almost Have It All, So Enotional και Where Do Broken Hearts Go) ανέβηκαν στο Νο1 και μαζί με τα τρία Νο1 από το προηγούμενο άλμπουμ της δημιούργησαν ένα ανεπανάληπτο ρεκόρ επτά συνεχόμενων τραγουδιών στο Νο1 του αμερικανικού πίνακα επιτυχιών.

Στις 6 Νοεμβρίου 1990 κυκλοφόρησε το τρίτο της άλμπουμ με τίτλο I’m Your Baby Tonight, με πιο αδύνατο υλικό σε σχέση με τα δύο προηγούμενά της. Παρόλα αυτά πούλησε 4 εκατομμύρια αντίτυπα και ανέδειξε δύο Νο1 (I’m Your Baby Tonight, All the Man That I Need).

Από το σημείο αυτό και μετά αραίωσε τις εμφανίσεις της στη δισκογραφία και άρχισε να την ενδιαφέρει περισσότερο ο κινηματογράφος. Το 1992 πρωταγωνίστησε δίπλα στον Κέβιν Κόστνερ στην ταινία Ο Σωματοφύλακας (The Bodyguard), που πήγε πολύ καλά στο ταμείο και ανέδειξε μία μεγάλη επιτυχία, τη διασκευή του τραγουδιού της Ντόλι Πάρτον I Will Always Love You, που έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία της ποπ μουσικής για τραγουδίστρια.

Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε τον κατά έξι χρόνια νεώτερό της τραγουδιστή Μπόμπι Mπράουν, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, την Μπόμπι Κριστίνα. Η θυελλώδης σχέση τους απασχόλησε συχνά τα πρωτοσέλιδα του κουτσουμπολίστικου Τύπου μέχρι το 2006, οπότε χώρισαν οριστικά και πήραν διαζύγιο ένα χρόνο αργότερα.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 η αστραφτερή καριέρα της άρχισε να φθίνει, εξαιτίας της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Η ίδια είχε παραδεχτεί δημόσια ότι έκανε χρήση κοκαΐνης, μαριχουάνας και χαπιών. Η φωνή της σύντομα έχασε την κρυστάλλινη χροιά της, αδυνατώντας να πιάσει τις υψηλές νότες. Οι πωλήσεις δίσκων μειώνονταν, ενώ η δημόσια εικόνα της, αλλά και η φωνή της, δέχθηκαν σοβαρό πλήγμα.

Η Γουίτνεϊ Χιούστον βρέθηκε νεκρή στην μπανιέρα της πολυτελούς σουίτας της στο Χίλτον του Μπέβερλι Χιλς στις 11 Φεβρουαρίου 2012, την παραμονή της απονομής των Βραβείων Γκράμι, στην οποία θα συμμετείχε. Ήταν 48 ετών.

Δισκογραφία

  • Whitney Houston (1985)
  • Whitney (1987)
  • I’m Your Baby Tonight (1990)
  • My Love Is Your Love (1998)
  • Just Whitney (2002)
  • One Wish: The Holiday Album (2003)
  • I Look to You (2009)

Φιλμογραφία

  • Ο Σωματοφύλακας [The Bodyguard] (1992)
  • Επί Τέλους, Πού Πήγαν οι Αντρες; [Waiting to Exhale] (1995)
  • Φτερωτός Ερωτας [The Preacher`s Wife] (1996)
  • Sparkle (2012)

Πηγή: Sansimera.gr

Ο Δημήτρης Χορν απαγγέλει Καβάφη ~ Σπάνια ηχογράφηση

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές ― την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Προπάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·

μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου: Το μακελειό που ξεκλήρισε μια από τις πιο διάσημες συμμορίες

Την ημέρα που υμνείται ο έρωτας, διάλεξε ο διαβόητος γκάνκγστερ, Αλ Καπόνε, να λύσει τις διαφορές του με τον Μπαγκς Μοράν, τον πιο ισχυρό ανταγωνιστή του στο Σικάγο, σε μια αντιπαράθεση που οδήγησε σε μακελειό σε μια αποθήκη της αμερικανικής μεγαλούπολης κι έμεινε στην ιστορία ως η Σφαγή της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου.

Ο Ιταλός γκάνγκστερ που λυμαίνονταν το νότιο τμήμα του Σικάγου, αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Μπαγκς Μοράν, το αντίπαλον δέος που είχε τον έλεγχο του βόρειου τμήματος της πόλης, στοχεύοντας στο έπαθλο, που δεν ήταν άλλο από το… μονοπώλιο στην παράνομη διακίνηση του αλκοόλ, την εποχή που στην Αμερική ίσχυε η ποτοαπαγόρευση.

Έτσι ανέθεσε στο πρωτοπαλίκαρό του, τον Βιτσέντζο Τζιμπάλντι, γνωστό και ως «το πολυβόλο», να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο για την εξόντωση του Μοράν, γεγονός που θα «έχριζε» τον Αλ Καπόνε απόλυτο κυρίαρχο του Σικάγο.

Το ραντεβού είχε κλειστεί για τις 10:30 το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου 1929, σε μια αποθήκη στο βόρειο Σικάγο, με τον Μοράν να πέφτει στην παγίδα με δέλεαρ ένα φορτίο αλκοόλ.

Η ενέδρα ήταν πολύ καλά στημένη και οργανωμένη από τους άνδρες του Αλ Καπόνε, που από νωρίς είχαν ακροβολιστεί σε καίρια σημεία πέριξ της αποθήκης, όπου έμελλε να σημειωθεί το μακελειό.

Το σχέδιο περιελάμβανε τη μεταμφίεση τριών μελών της συμμορίας του Καπόνε σε αστυνομικούς, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο του ραντεβού με δύο αυτοκίνητα που θύμιζαν περιπολικά, συνοδευόμενοι από δύο ακόμη άνδρες που ήταν ντυμένοι με πολιτικά.

Μόλις ένας άνδρας, που έμοιαζε με τον Μοράν, μπήκε στην αποθήκη για να ολοκληρώσει το deal με το παράνομο αλκοόλ, οι τρεις «αστυνομικοί» εισέβαλαν στο χώρο αναγκάζοντας και τα επτά άτομα που βρίσκονταν εκεί να στηθούν στον τοίχο και στη συνέχεια άνοιξαν πυρ και τους «γάζωσαν» με τα αυτόματα Thompson με τα οποία ήταν οπλισμένοι.

Οι παρατεταμένοι πυροβολισμοί κινητοποίησαν τους περίοικους, οι οποίοι ειδοποίησαν τις Αρχές, με τους αστυνομικούς που βρέθηκαν στον τόπο του μακελειού να έρχονται αντιμέτωποι με ένα αποτρόπαιο θέαμα: η αποθήκη ήταν γεμάτη με αίματα και στο πάτωμα κείτονταν επτά άτομα, έξι ήταν ήδη νεκροί, ενώ ο έβδομος άφησε την τελευταία του πνοή αφού πρόλαβε να ψελλίσει «κανείς» όταν ρωτήθηκε ποιος τους πυροβόλησε.

massacre

Πηγή: chicagomag.com

Όμως κανείς από τα θύματα δεν ήταν ο ιρλανδός αρχιμαφιόζος που είχε βάλει στο στόχαστρό του ο Αλ Καπόνε. Ο Μοράν είχε κατά τύχη αργήσει στο ραντεβού κι όταν έφτασε πρόλαβε να δει τους «αστυνομικούς» και φρόντισε να εξαφανιστεί.

Στις έρευνες που ακολούθησαν οι αρχές προσπάθησαν μάταια να βρουν στοιχεία που να συνδέουν τον Αλ Καπόνε με τη Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου, όπως ονομάστηκε το μακελειό, εξαιτίας της ημέρας κατά την οποία σημειώθηκε.

Ο διαβόητος γκάνγκστερ είχε φροντίσει να βρίσκεται στη Φλόριντα, έχοντας ακλόνητο άλλοθι για τη βραδιά του φονικού, όμως τα στοιχεία των ερευνών του FBI και του IRS (εφορία) οδήγησαν τελικά στη σύλληψή του δύο χρόνια αργότερα, για… φοροδιαφυγή.

Ο Άγιος Βαλεντίνος και οι έρωτες..

Παρατήρησα λοιπόν πως καθώς φεύγουν τα χρόνια, ο άνθρωπος ερωτεύεται και δυσκολότερα. Πιο σπάνια. Θα πρέπει να κουβαλάει πάνω του μεγάλες δόσεις τύχης για να του συμβεί δηλαδή. Όπως και να’χει πάντως, δεν υπάρχει κανένα άλλο νόημα στη ζωή που να είναι τόσο ουσιαστικό.

Τον έρωτα ονειρευόμαστε όλοι, ακόμη και οι πιο δυνατοί, στις κρυφές μας σκέψεις. Ποτέ μου δεν πίστευα σε τέτοιες εορταστικές ημέρες, αλλά οκ, έχουν τη χάρη τους κι αυτές.. Και παρότι μόνος προς το παρόν, θα πιω απόψε ένα κρασάκι στην μνήμη των μεγάλων ημερών του παρελθόντος.

Happy Valentine’s Day όλοι

Ηθική και ανηθικότητα σε πλήρη σύγχυση..

Το ήθος δεν είναι σχολικό βιβλίο για να το σπουδάσει κάποιος. Μπορεί βέβαια να ληφθεί ως μάθημα, αλλά είναι πράγμα που δουλεύεται, και που σε αρκετές περιπτώσεις ή το έχεις ή δεν το έχεις.

Συνδέεται απόλυτα με την κοινωνική μόρφωση του καθενός, με τις παραστάσεις που έχει από τη ζωή, με την ψυχή του και την αντίληψη για τον υπόλοιπο κόσμο, με την συνείδησή του ως προς τον διαχωρισμό του καλού και του κακού, που πάντα θα υπάρχουν κι ας λένε οι “σοφοί” ότι θέλουν.

Το ήθος δηλαδή είναι μια δύσκολη υπόθεση που σε κάποιους ανθρώπους μπορεί να πάρει ακόμη και μια ζωή για να το μάθουν. Άλλοι το έχουν έμφυτο ή το αποκτούν όπως προείπαμε και άλλοι δεν έχουν ουδεμία σχέση με αυτό.

Ε λοιπόν, είναι τρομακτικό αυτό που συμβαίνει. Όπως ακριβώς το έγραφε κάποτε ο θείος Τσαρλς Μπουκόβσκι, ότι συνήθως, εκείνοι που κάνουν κύρηγμα ήθους χρειάζονται ήθος.

Ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία είναι φτιαγμένη από αυτό το υλικό. Από τις πρώτες ημέρες της λάσπης, μέχρι σήμερα που έχουμε όλα τα κομφορ και που οι λάσπες έχουν παραμερίσει.

Καθημερινά συναντώ τόσο δηθενηλίκι και τέτοιο εγωκεντρισμό που φτάνω να φοβάμαι. Ειδικότερα από τότε που εμφανίστηκε στις ζωές μας ετούτο το χαζοκούτι της ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης. Άλλα λένε, άλλα κάνουν κι άλλα εννοούν. Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας…

Κλείνω το σύντομο ποιηματάκι μου με την σημείωση που κάποιος μεγάλος άνδρας σίγουρα θα είχε πει, εννοώ στο παρελθόν, και που δεν θυμάμαι το όνομά του. Στα σίγουρα όμως είχε δίκιο.

“Η ιστορία έχει την ικανότητα να μας κρίνει όλους. Στο τέλος ο καθένας λαμβάνει ότι ακριβώς του αξίζει. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο”.

Και ακόμη κάτι, δικό μου αυτή τη φορά. “Ηρωϊσμός στις ημέρες μας, δεν είναι τίποτε άλλο,από το να μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη χωρίς να ντρέπεσαι.”

 

Στάθης Ντάγκας

Οι Μισητοί Οκτώ του Κουεντίν Ταραντίνο

Γυρίζοντας σε απαστράπτον σινεμασκόπ ένα θρίλερ μυστηρίου που διαδραματίζεται σε ένα και μόνο δωμάτιο, ο Κουέντιν Ταραντίνο φέρνει με διαολεμένο κέφι την Αγκαθα Κρίστι στην Αγρια Δύση και ολοκληρώνει ένα οργισμένο αντιρατσιστικό μανιφέστο στη μορφή ενός σύγχρονου american classic.

Εξι ή οχτώ ή δώδεκα χρόνια μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, o κυνηγός επικηρυγμένων Τζον Ρουθ και η «Κρατούμενη» Ντέιζι Ντόμεργκιου πηγαίνουν στην πόλη Red Rock, όπου ο Ρουθ, γνωστός στα μέρη αυτά ως ο «Κρεμάλας», σκοπεύει να φέρει την Ντόμεργκιου ενώπιον της δικαιοσύνης. Στο δρόμο, συναντούν δύο ξένους: τον ταγματάρχη Μαρκίς Γουόρεν, έναν μαύρο πρώην στρατιώτη του στρατού των Βορείων που πλέον έχει γίνει διαβόητος «Κυνηγός Κεφαλών», και τον Κρις Μάνιξ, έναν Νότιο αντάρτη που υποστηρίζει ότι είναι ο νέος «Σερίφης» της πόλης. Χάνοντας τον δρόμο τους στην χιονοθύελλα, ο Ρουθ, η Ντόμεργκιου, ο Ουόρεν και ο Μάνιξ αναζητούν καταφύγιο σε ένα πανδοχείο σε ένα ορεινό πέρασμα. Οταν φτάνουν εκεί, συναντούν όχι την ιδιοκτήτρια αλλά τέσσερα άγνωστα πρόσωπα. Ο «Μεξικάνος» Μπομπ, ο οποίος φροντίζει το πανδοχείο όσο η ιδιοκτήτρια επισκέπτεται τη μητέρα της, έχει αποκλειστεί εκεί με τον «Ανθρωπάκο» Οσβάλντο Μομπρέι, τον δήμιο του Red Rock, τον «Γελαδάρη» Τζο Γκέιτζ και τον Στρατηγό του στρατού των Νοτίων, τον «Νότιο» Σάνφορντ Σμίδερς. Καθώς η χιονοθύελλα τυλίγει το πανδοχείο, οι οκτώ ταξιδιώτες μας συνειδητοποιούν ότι δεν θα είναι και τόσο εύκολο να φτάσουν τελικά στο Red Rock…

Μια άμαξα διασχίζει σχεδόν σε real time το χιονισμένο τοπίο. Με ένα εσταυρωμένο σε πρώτο πλάνο στη μέση του πουθενά, την επιβλητική μουσική του Ενιο Μορικόνε να αντηχεί στο απόλυτο κενό, την κάμερα να πλησιάζει τα άλογα της άμαξας σε χορευτική συγχρονισμένη κίνηση και τους τίτλους της ταινίας σε ποπ πορτοκαλί να λερώνουν το χιόνι, ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν χρειάζεται πλέον να εξηγήσει γιατί επέμενε να γυρίσει το «The Hateful Eight» σε 70mm σινεμασκόπ – ακριβώς όπως το έκαναν παλιά.

SAMUEL L. JACKSON stars in THE HATEFUL EIGHT.
Photo: Andrew Cooper, SMPSP
© 2015 The Weinstein Company. All Rights Reserved.

Κι, όμως, έχετε μόλις ξεγελαστεί με τον ίδιο διαβολικό τρόπο που λίγο αργότερα οι μισητοί οκτώ του τίτλου (και μερικοί ακόμη που θα σκάσουν πραγματικά από το πουθενά) θα εγκλωβιστούν σε ένα πανδοχείο και δεν θα βγουν από εκεί παρά μόνο όταν όλα θα έχουν τελειώσει σε ένα λουτρό αίματος και η Αμερική θα αναγκαστεί να ζήσει σε repeat, flash-backs και ατελείωτες σελίδες διαλόγων την εφιαλτική της ιστορία έτσι όπως αυτή φτάνει στο σήμερα μετρώντας ακόμη ανοιχτές πληγές…

Με μια πόρτα αμπαρωμένη με καρφιά που σπάνε κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στο εσωτερικό του πανδοχείου (μια μόνο από τις υπέροχες λεπτομέρειες του σεναριακού οίστρου του Ταραντίνο), η απειλητική χιονοθύελλα θα μείνει έξω από τη δράση, ελάχιστο χιόνι θα πέφτει από τις τρύπες στην οροφή για να θυμίζει το βαρύ χειμώνα μιας χώρας που βγαίνει βαθιά τραυματισμένη από έναν εμφύλιο και η κάμερα δεν θα βγει ξανά ποτέ έξω στο φως, αλλά θα μείνει κι αυτή εγκλωβισμένη στους τέσσερις τοίχους μιας ταινίας φτιαγμένης σχεδόν σαν long version μονόπρακτο.

Μόνο τότε μπορείς πλέον να είσαι σίγουρος πως ο πραγματικός λόγος της εμμονής του Ταραντίνο για τη χρήση του σινεμασκόπ ήταν να ανοίξει το πλάνο τόσο πολύ ώστε να χωρέσει μέσα του ένα κυριολεκτικό θέατρο (του παραλόγου) που ξεκινάει από τον Αντον Τσέχοφ για να καταλήξει στο «Η Κόλαση είναι οι Αλλοι» του Ζαν Πολ Σαρτρ, αφού πρώτα έχει διασχίσει κάτι από το «Ο Παγοπώλης Ερχεται» του Ευγένιου Ο’ Νιλ και μαζί την πιο βίαιη και ρομαντική παράδοση του αμερικανικού και του σπαγγέτι γουέστερν.

Χωρισμένο σε έξι κεφάλαια, το «Hateful Eight» θα μπορούσε να είναι, περισσότερο απ’ όλα τα παραπάνω, η ποπ-γουέστερν εκδοχή των «Δέκα Μικρών Ινδιάνων» της Αγκαθα Κρίστι, ένα «βρες ποιος το έκανε» που θα ξεκινήσει όταν ο Ταραντίνο, αρκετή ώρα μέσα στην ιστορία του και ενώ είσαι σίγουρος πως βρίσκεσαι μπροστά σε ένα από τα πιο φλύαρα ταραντινικά σύμπαντα με ήρωες που απλά μιλάνε αναλύοντας ταυτόχρονα το τίποτα και το ίδιο τους το είναι, θα γυρίσει το χρόνο πίσω και σε μια παιχνιδιάρικη και αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένη σεναριακή ανατροπή θα αποκαλύψει τι ενώνει – και κυρίως τι χωρίζει – τους «μισητούς» οκτώ του τίτλου.

Μακριά από τις gospel δραματικές εξάρσεις του «Django Unchained» και τη σκονισμένη από την ταχύτητα και τον αισθησιασμό δράση του «Death Proof», το «The Hateful Eight» θυμίζει ίσως περισσότερο τον εμμονικό και παιχνιδιάρικο βερμπαλισμό του «Inglourious Basterds», μόνο που εδώ ο Ταραντίνο δεν έχει πια ανάγκη από καμία «Gasoline» για να βάλει φωτιά στα πάντα.

Πιο ώριμος από ποτέ, με ένα σενάριο τόσο δουλεμένο πάνω στους χαρακτήρες, τις ιστορίες τους και την κάθε τους κίνηση που μοιάζει σαν να υπήρχε από πάντα ως ένας folk μύθος, ο Ταραντίνο σνομπάρει κάθε φτηνό εντυπωσιασμό, γράφει ατάκες που με κλειστά μάτια πλέον δεν μπορούν παρά να ανήκουν μόνο στον ίδιο, αρνείται να μειώσει τις σελίδες των διαλόγων του θεωρώντας κάθε λέξη σημαντική, παίρνει το χρόνο του είτε αυτό σημαίνει ένα ολόκληρο σχεδόν αχρείαστο δεύτερο κεφάλαιο μέσα στην άμαξα ή ένα αφοπλιστικά ρομαντικό τραγούδι της υπέροχης Τζένιφερ Τζέισον Λι / Ντέιζι Ντόμεργκιου με την κιθάρα (σαν μνήμη από το «Ριο Μπράβο» του Χάουαρντ Χοκς) και κινηματογραφεί κλασικά, στατικά, μεγαλοπρεπώς και ταυτόχρονα τόσο ιδιοφυώς απλά ένα γουέστερν δωματίου που ισορροπεί δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο ασήμαντο και το πολύτιμο, το διασκεδαστικό και το επώδυνο, το cult και το modern classic.

Στην καρδιά της όγδοης, όμως, ταινίας του Κουέντιν Ταραντίνο υπάρχει κάτι που χτυπάει πιο δυνατά από τη φόρμα της και την πλέον θρησκευτική κινηματογραφική αφοσίωση του δημιουργού της, κάτι που τσακίζει κόκαλα, που βάζει φωτιά στα πάντα, που στομώνει την πολιτική ορθότητα, κάτι που ορθώνεται ως μια άλλη σημαία απέναντι στο ρατσιστικό σύμβολο της ομοσπονδιακής σημαίας που έχτισε την Αμερική που γνωρίζουμε σήμερα, κάτι που απλώνεται μέσα στους τέσσερις τοίχους αυτού του πανδοχείου σαν το πιο σοβαρό αστείο που σας έκανε ποτέ να γελάσετε τόσο δυνατά. Μα και τόσο μα τόσο πικρά.

Ο Ταραντίνο φέρνει τον πραγματικό χειμώνα μέσα στο πανδοχείο και ελευθερώνει μια πραγματικά φονική χιονοθύελλα σε όλα όσα λέγονται ανάμεσα σε ανθρώπους του νόμου, επικηρυγμένους, αξιωματικούς νοσταλγούς του παρελθόντος, ανθρώπους που θέλουν να πάρουν εκδίκηση και άλλους που δεν φαντάστηκαν ποτέ πως ζούσαν εν γνώσει τους σε ένα κόσμο πιο σάπιο και από τα σανίδια της πόρτας του πανδοχείου που θυμίζει αδιάκοπα – κόντρα στις προβλέψεις – πως το κακό βρίσκεται εδώ… μέσα.

Το «Hateful Eight» είναι μια σκληρή, νιχιλιστική και χειρουργικά ανατριχιαστική κατακραυγή πάνω στη γέννηση ενός έθνους που οικοδομήθηκε πάνω στην εξαπάτηση, την προδοσία, τη διαπλοκή, το τέρας του ρατσισμού και την απόλυτη ακύρωση κάθε ιδανικού. Σε ένα ρόλο σπουδαιότερο και από αυτόν του Τζουλς στο «Pulp Fiction», ο Σάμιουελ Λ. Τζάκσον είναι ο κύριος ήρωας των μισητών οκτώ, τρομακτικός όταν αφηγείται μια ιστορία ταπείνωσης ενός λευκού, τραγικά αστείος όταν βρίσκεται πυροβολημένος στ’ αρχίδια (μια από τις παράπλευρες απώλειες του φινάλε), σπαρακτικός όταν μιλάει για εκείνο το γράμμα που έλαβε κάποτε από τον Αβραάμ Λίνκολν.

Το κατηγορώ του ήρωα που υποδύεται, του Ταγματάρχη Μάρκις Γουόρεν είναι μαζί και το απόλυτο μανιφέστο του Κουέντιν Ταραντίνο: μια θαρραλέα πράξη ακτιβισμού και ταυτόχρονα η πιο απενοχοποιημένα ξεδιάντροπη κριτική για μια χώρα που όσες φορές κι αν πνιγεί στο αίμα, δεν θα φροντίσει ποτέ να κλείσει τα τραύματα της μια για πάντα. Μια χώρα που συνεχίζει να οικοδομείται πάνω στο ρατσισμό ακόμη και όταν έχει για Πρόεδρό της έναν Αφροαμερικάνο. Μια χώρα που υποκρίνεται ότι επιδιώκει την ομόνοια όταν το μόνο που κάνει είναι να σπέρνει το μίσος. Μια χώρα που ο Ταραντίνο αμπαρώνει μέσα σε ένα πανδοχείο του 1800 για να μιλήσει εξαντλητικά αλλά χωρίς καμία περιστροφή, με δαιμόνιο τρόπο και πιστός στο ποπ ημερολόγιό του για ένα κόσμο που θα στοιχημάτιζε λάθος στο πιο φαινομενικά ασήμαντο αλλά τελικά ζωτικό ερώτημα της εποχής μας: «Ποιος γαμημένος δηλητηρίασε τον καφέ;».

Πηγή: flix.gr

Άρτος και θεάματα

Του Γιώργου Τσακίρη

Παμπάλαιο, δοκιμασμένο (από πολλούς) και σχεδόν πάντα επιτυχημένο. Το «άρτος και θεάματα» για να καταστέλλεται η διάθεση του λαού στην έκφραση αντιρρήσεων (για να το θέσουμε … κομψά), να αποπροσανατολίζεται η προσοχή του από τα εξόχως σημαντικά στα ελάχιστα πιο ασήμαντα και (φυσικά) να … «κάθεται στ’ αυγά του», χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται με κάθε ευκαιρία, σε κάθε μορφή που μπορεί να εκλάβει.

Σήμερα, χρησιμοποιείται ασύστολα, κι ας μην μπορεί η πλειονότητα (ίσως) των … αποδεκτών της εφαρμογής του «δόγματος», να το κατανοήσει στην ολότητά του.

Κι αν η προσφορά «θεάματος» είναι σχετικά εύκολο να αποδειχθεί, ο «άρτος» παραμένει ζήτημα προς διευκρίνιση.

Ζήτημα που θα μπορούσε να βρει την εξήγησή του εάν αναλογισθεί κανείς, όχι την βιολογική «πείνα» που νιώθει αλλά την … ψυχολογική – συναισθηματική.

Με το σκεπτικό λοιπόν ότι η λύση του προβλήματος της σίτισης των πολιτών :

α) δεν απαιτεί δραστικά μέτρα, ακόμη τουλάχιστον και χάρις σε φορείς που σιτίζουν σχεδόν καθημερινά δεκάδες χιλιάδες συνανθρώπους μας, και παρά τις εικόνες ντροπής που έχουμε κατά καιρούς δει, με τα απλωμένα χέρια για μια σακούλα ζαρζαβατικών ή για ένα πιάτο φαγητό που διανέμεται δωρεάν με την ευκαιρία κάποιας εκδήλωσης

β) η πραγματική, η μεγαλύτερη «πείνα» του λαού σήμερα είναι κατ’ ουσία ψυχολογική –  συναισθηματική, η απαίτησή του δηλαδή για την απόδοση δικαιοσύνης, κατανομή ευθυνών και δίκαιης τιμωρίας όσων φέρουν αυτούσια την ευθύνη για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει έλθει η χώρα μας

η απάντηση ίσως αρχίζει, στην άκρη του μυαλού μας, να γίνεται πιο κατανοητή.

Τι άλλο λοιπόν πέρα από την «τροφή» προς νοητική «επεξεργασία» (και … καταστολή ; )είναι τα όσα το τελευταίο κυρίως διάστημα γίνονται, όσον αφορά τις αποδιδόμενες κατηγορίες σε δευτέρου, τρίτου ή και ακόμη κατώτερου βαθμού στελέχη του Δημοσίου και όχι μόνο ;

Γνωρίζοντας κάποιος ότι αυτό που ικανοποιεί τη «δίψα» του λαού για … «αίμα στην αρένα», είναι απλά η στοχοποίηση φυσικών και νομικών προσώπων, δεν θα έψαχνε τρόπο να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση, χωρίς φυσικά το γεγονός αυτό να … επηρεάζει και τον ίδιο (μακριά από εμάς κι όπου να ‘ναι) ;

Κι όταν μάλιστα έχουν στα «χέρια» τους τη διαδικασία με την οποία οι ίδιοι … απέχουν των ευθυνών (λέγε με και … νόμος περί ευθύνης υπουργών, ασυλία βουλευτών κλπ), τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο εύκολα.

Σαφώς (σαφέστατα) και θα πρέπει να ελεγχθούν όλες εκείνες οι περιπτώσεις διασπάθισης του Δημοσίου χρήματος, της εκμετάλλευσης για ίδιον όφελος δημοσίων θέσεων ή ότι άλλο, και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια των 40 ετών της μεταπολίτευσης. Σαφώς (σαφέστατα) και θα πρέπει, όχι μόνο να ελεγχθούν ποινικά και αστικά όσοι φέρουν ευθύνες γι’ αυτά, αλλά και να δημευθούν οι περιουσίες τους προς όφελος του Δημοσίου (και μάλιστα άμεσα).

Από του σημείου αυτού όμως, μέχρι του να γίνει το πρώτιστο και, σε πολλές περιπτώσεις, το μοναδικό θέμα συζήτησης το ποιοι, πόσα, πότε και με ποιο τρόπο (πχ) χρηματοδότησαν ΜΚΟ που τελικά δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο «βιτρίνες» (και ούτε καν «σφραγίδες») ή μέσο για την απόκτηση προσωπικού πλούτου, το ποιοι, πόσα, πότε και με ποιο τρόπο (πχ) φοροδιέφευγαν, όταν μάλιστα τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν κατείχαν θέσεις που επηρέαζαν την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, αλλά αντιθέτως εκμεταλλεύονταν τα κενά νόμου ή την ανυπαρξία ελέγχου (από την ίδια ακριβώς κυβερνητική πολιτική), ή απλά «χρησιμοποιούνταν» ως τμήμα του – γνωστού πλέον – «κοινωνικού αυτοματισμού», η απόσταση είναι τεράστια.

Φτάσαμε σήμερα (καταλήξαμε καλύτερα) να θεωρούμε την προβλεπόμενη διαδικασία  ανακριτικής έρευνας, απαγγελίας κατηγοριών, ποινικής ή αστικής δίωξης, προσαγωγής ή ότι άλλο, ως θέαμα, ζήτημα προς συζήτηση, μονοθεματικό δελτίο πληροφοριών, όπου πρόσωπα ή θεσμοί (γνωστά ή άγνωστα στο πανελλήνιο) εμφανίζονται στις σύγχρονες αρένες των οθονών μας, ως βορά ελάχιστου κατευνασμού της δίκαιης οργής μας.

Όσον αφορά το ζήτημα του «θεάματος», δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αλλιώς η καθημερινή –σχεδόν – προβολή εικόνων από τα κεντρικά ΜΜΕ της χώρας, προσαγωγών στα δικαστήρια των … ως άνω αναφερομένων, των επεισοδίων (και μόνο αυτών ! ) σε πορείες και συλλαλητήρια, αλλά και των τούρκικων σήριαλ (σε πλήρη συμμόρφωση προς τα συμφωνημένα ; )και των διάφορων talent shows τύπου «The Voice», «Dancing With The Stars» κλπ

«Άρτος και Θεάματα» λοιπόν, «τροφή» του νου και της ψυχής, τροφή του θυμού και της οργής με … κατασταλτικά αποτελέσματα.

Και γι’ άλλη μια φορά, θα επιμείνω.

Μην «καταπίνετε αμάσητο» ότι σας προσφέρουν. Κρίνετε τους πάντες και τα πάντα, ακόμη και τις γραμμές που μπήκατε στον κόπο πριν λίγο να διαβάσετε. Εκφράστε τη γνώμη σας, έχοντας όσο το δυνατόν περισσότερα δεδομένα μπροστά σας. Σκεφθείτε.

Ας ξεκινήσουμε να ψάχνουμε την είδηση «πίσω από τις γραμμές». Ας δώσουμε την πρέπουσα σημασία στα σημαντικά που αφορούν όλους. Την πραγματική πείνα, την ανεργία, την κοινωνική εξαθλίωση και καταρράκωση κάθε έννοιας αξιοπρέπειας, την ανυπαρξία ενός σταθερού, δημόσιου και ανοιχτού προς όλους συστήματος υγείας και παιδείας, και τόσα άλλα.

Ο Ελληνισμός ανέκαθεν πήγαινε μπροστά μέσ’ από την διαρκή και τεκμηριωμένη αμφισβήτηση όσων θεωρούνταν θέσφατα, όσων  εμφανίζονταν ως κάτοχοι της μίας και μοναδικής «αλήθειας» και, μεσ’ από τη σύνθεση των απόψεων, γνωμών και (συχνά) αντεγκλήσεων, κατέληγε πιο δυνατός ώστε να διαρκεί αιώνες.

Ας το προσπαθήσουμε και σήμερα.

Τσάρλς Μπουκόφσκι: Η Ιδιοφυΐα του πλήθους

Οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη.

Υπάρχει τόση πανουργία, μίσος, βία και παραλογισμός στον μέσο άνθρωπο που είναι αρκετή για να προμηθεύσει έναν ολόκληρο στρατό για μια ολόκληρη μέρα. Και οι καλύτεροι στον φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του, και οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη, και οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη…

Εκείνοι που κηρύττουν Θεό, χρειάζονται Θεό.
Εκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.
Εκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.
Προσοχή στους κήρυκες. Προσοχή στους γνώστες.
Προσοχή σ’ εκείνους που όλο διαβάζουν βιβλία.
Προσοχή σ’ εκείνους που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια,
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν.

Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα.

Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν.

Προσοχή σ’ εκείνους που αναζητούν τα πλήθη, γιατί είναι ένα τίποτα μόνοι τους.
Προσοχή στον μέσο άντρα. Την μέση γυναίκα.
Προσοχή στην αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια αναζητά το μέτριο.

Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει τόση ιδιοφυΐα στο μίσος τους που είναι αρκετή για να σας σκοτώσει, να σκοτώσει τον καθένα.

Δεν αντέχουν τη μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά. Θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε… Οτιδήποτε διαφοροποιείται απ’ τα δικά τους μέτρα.

Ανίκανοι όπως είναι να δημιουργήσουν Τέχνη, έτσι είναι ανίκανοι και να την καταλάβουν. Θα εκλάβουν την αποτυχία τους ως δημιουργών μόνο ως αποτυχία του κόσμου συνολικά.

Ανίκανοι όπως είναι να αγαπήσουν πλήρως
θα θεωρήσουν και τη δική σας αγάπη ελλιπή
και θα σας μισήσουν γι’ αυτό
και το μίσος τους θα είναι τέλειο.
Όπως ένα αστραφτερό διαμάντι
όπως ένα μαχαίρι, όπως ένα βουνό,
όπως μια τίγρη, όπως το δηλητήριο…

Η πιο τελειοποιημένη Τέχνη τους.